ACTIVE.jpg


Η Σαϊτα σπαει τον "όρκο σιωπής" της μετά από πολλούς μήνες.

Αφορμή η επίσκεψη των ACTIVE MEMBER στην Ρόδο σήμερα Παρασκευή 10-02-12...  μια εμφάνιση που την περίμενα με λαχτάρα μικρού παιδιού χρόνια τώρα.


Το κείμενο είναι γραμμένο το 2004-05 απο τον φίλο, αδερφό, νου, καρδιά και λέξεις μου Αντώνη Ανδρουλιδάκη, βασικό υπαίτιο που δεν μπορώ να ξεκολλήσω απο τους A.M. απο το 2001.


Αφιερωμένο...


....Στον τόπο αυτό που τα δάκρυα μοιάζουν δώρα

και σκεπασμένη μένει η αλήθεια από το τώρα...



Το ξημέρωμα εκείνο στις 2 Φλεβάρη, είδα για πρώτη το Μιχάλη Μυτακίδη ολοζώντανο στο Ρόδον. Άκουσα έκπληκτος το Καλώς Ηρθες Παράξενε Στον Τόπο μου και έμεινε το μυαλό μου καρφωμένο στο στιχάκι εκείνο που έλεγε «τ' απλά μου λόγια τα σκορπίσαν σαν κανόνες».

Θυμάμαι ακόμη -παρά το τρομερό μεθύσι της νυχτιάς εκείνης- τις κουβέντες του με τον X-Ray επί σκηνής λίγο πριν ξεκινήσει το τραγούδι. Τον προβληματισμό τους για το ποιός θα έχει το ρόλο του μεθυσμένου και ποιός το ρόλο του Παράξενου. Η νύχτα εκείνη ήταν ζόρικη, όπως και οι προηγούμενες της όπως και κάμποσες ακόμη που ακολούθησαν. Και δίχως να ξέρω ακόμη γιατί, αυτός ο μυστήριος στίχος ήταν όλη εκείνη την περίοδο μια διαφυγή. Σαν ένα μυστηριακό ινδικό madrams, που το 'λεγες κι' ολα περνούσαν. Έβαζα και ξανάβαζα στο cd το αγαπημένο μου τραγούδι, Εγώ Φταίω, κι' όλο επαναλάμαβανα πεισματικά μονότονα «τ' απλά μου λόγια τα σκορπίσαν σαν κανόνες», λές και προσδοκούσα ένα μαγικό ραβδί που θα άλλαζε όλη αυτή την καταχνιά που είχε μαζευτεί γύρω μου.

Τότε θαρρώ, σ' εκείνες τις νύχτες άρχισα να νοιώθω τι ήταν ο Μιχάλης. Τι φορτίο ελληνικότητας κουβαλούσε και που συναντιόμασταν.

Πέρασε απο τότε καιρός, αλλόκοτος καιρός και έδωσε ο Θεός και τον γνώρισα από κοντά. Τώρα λέω πως πέρασαν εκεινες οι νύχτες που η καταφυγή μου ήταν η ψυχή των τραγουδιών του. Κι' έτσι, όσο ακόμη δεν έρχονται ξανά νύχτες με πιώματα και μέρες μ' ανεμοσκορπίσματα είπα να γράψω πέντε αράδες να του τις χαρίσω...έτσι για να νάχω να λέω στους γιούς μου...τον Μιχάλη...ναί τον ξέρω καλά...Ήτανε δίπλα μου σε φόβους αλλόκοτους...και σε παράξενες μέρες. Για τούτο είναι που μοιράζομαι μαζί του τωρα, τις λίγες αλήθειες που αξιώθηκα να ερανήσω έναν γύρω απο τούτο τον έρμο τόπο της προσφυγιάς...

Ένα ταπεινό αντίδωρο στην προσευχή που μας χαρίζει χρόνια τώρα...


----------------------------------------------------------------------------------------

Τι είναι αυτό το μαγικό φίλτρο που επιμένει να οικοδομεί την ελληνικότητα, μές στην διαχρονία της, συχνά μάλιστα ανεπίγνωστα ακόμη και για τους ίδιους τους φορείς της μαγείας της. Αναπάντητο εν πολλοίς το ερώτημα και ως εκ τούτου πάντα αιφνιδιασμός η ανά καιρούς ψηλάφηση των καρπών αυτού του «μαγικού αυλού» που πεισματικά επιμένει «απερισκέπτως εύελπις» να ακροβατεί μεταξύ Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου, μαγεύοντας συχνά ολόκληρη την οικουμένη.

Δεν περίμενα ποτέ πως ένας καλλιτέχνης του καιρού μας -μπολιασμένος μάλιστα με το δυτικότροπο μουσικό μόσχευμα- θα είχε ως μόνιμη του εγρήγορση την αλήθεια του καθ' ημάς Τρόπου, ίδια απαράλλαχτα όπως -σε άλλες θερμοπύλες- ο Αισχύλος, ο Ρωμανός ο Μελωδός ή ακόμη ο Σεφέρης. Και πράγματι έτσι ακριβώς είναι, στα περισσότερα ποιήματα του, εκείνο το οποίο μοιάζει γεμάτος αγωνία να αναζητεί, είναι ο Τρόπος με τον οποίο εμείς καταστρώνουμε την αλήθεια του βίου και της πολιτείας μας.

Έτσι, με την υπαρκτική του παρουσία, αφ' ενός μεν αναδεικνύει αλλά και αποδεικνύει την διαχρονική ενότητα του «καθόλου» ελληνικού τρόπου, από την αρχαιότητα και τον προχριστιανικό αλλά και χριστιανικό χρόνο, ίσαμε τις σύγχρονες μέρες, αφ' ετέρου δε βγαίνει στον έρανο σχεδόν των πάντων, λόγιων και λαικών στοιχείων ενσωματώνοντας τα με απίστευτη δεξιοτεχνία στην δικιά του επαναδιατύπωση. Κι' όλα αυτά «ακουμπημένα» πάνω σε μια εντελώς δυτική (?) μουσική φόρμα, όπως το Hip-Hop. Παιδί της δυτικόπληκτης και μισερής παιδείας της μεταπολίτευσης, ο Μυτακίδης, δείχνει και μάλλον έτσι είναι, να μην έχει συστηματική γνώση ούτε της αρχαιοελληνικής αλλά ούτε και της λόγιας ορθόδοξης γραμματείας. Είναι όμως εκπληκτικό το πόσο, αυτός ο δυτικότροπος μουσικά, ο «αληταράς», ο δίχως πανεπιστημιακούς τίτλους και διπλώματα, ο μεγαλωμένος σε μια προσφυγική οικογένεια ξεχασμένη κάπου στο Πέραμα, έχει ενσωματώσει τη λαϊκή ευσέβεια της αρχαιοελληνικής εκκλησίας του Δήμου και ταυτόχρονα της ορθόδοξης εκκλησιαστικής σύναξης και μέσα από τούτη την «εκ λαού» πρόσληψη καταφέρνει να συναντιέται άρρηκτα και καίρια, με το «όλον Σώμα» του Τρόπου μας.

Στη μελέτη ετούτη -στηριγμένη σε κεντρικά μέρη της στιχοπλοκίας του Μυτακίδη- επιχειρώ να καταδείξω ότι η μαρτυρία του είναι ένας κρίσιμος κοινός τόπος της ελληνικής διαχρονικής παρουσίας και ότι διακονεί όπως λίγοι αυτόν τον αργόσυρτο ελληνικό τρόπο, που ορίζει ότι «δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικον να πνίγη το δίκιον» κατά πως το λέει ο Μακρυγιάννης. Πάει νομίζω κάμποσος καιρός τώρα, που διεκδικεί επιπλέον στα σοβαρά να είναι η εμβέλεια του παγκόσμια με την έννοια της παγκοσμιότητας βέβαια του δυτικού κόσμου (Πανευρωπαϊκό Low Bap Festival κλπ). Αν το καταφέρει αυτό, θα συμβεί γιατί είναι πρώτιστα οικουμενικός αν και μέσα στα ντοπια σχήματα του τρόπου μας. Ίσως και μόνο γι' αυτό. Επειδή καταφέρνει με μοναδικό τρόπο να ενσωματώνει μια μουσική φόρμα κατ' εξοχήν δυτική και έτσι καθώς έχει τα πόδια ριζωμένα στον τρόπο μας, η ελληνικότητα του δεν εξαντλείται σε έναν επαρχιωτικό μιμητισμό αλλά διεκδικεί στοιχεία οικουμενικότητας. Για τούτο άλλωστε και ειναι ελληνικότητα και όχι μια μιμητική ξεφτισμένη επαρχιωτική ελλαδικότητα.

Παρεμπιπτόντως οφειλω να εντοπίσω ότι ο διανοούμενος Μυτακίδης, πίσω από τις γραμμές των στιχων του και σε όσες συνεντεύξεις ειναι διαθέσιμες, αποτελεί ενδιαφέρουσα στοχαστική σκέψη στην Ελλάδα του σήμερα. Και όπως όλοι οι ποιητές, έτσι και ο Μυτακίδης, ούτε κρύβει τίποτα, ούτε λέει κάτι. Απλώς σημαίνει τα πράγματα. Δεν ειναι συστηματικός και δεν εξαντλεί τις αλήθειες που πρεσβεύει στους ορισμούς τους. Είναι δηλαδή κατά το πως του ορίζει ο τρόπος μας «αποφατικός». Κάτι τέτοιο όμως δύσκολα εντοπίζεται στις υπεροργανωμένες μέρες μας και τις πιο πολλές φορές μπορεί να εκλαμβάνεται από τους θετικιστές και λογής-λογής ανασφαλείς αιτιοκράτες, ακόμη και ως σύγχυση ή ψάρεμα «οπαδών» και ακροατηρίου σε θολά νερά.



1. ΤΟ ΣΥΝΑΜΦΟΤΕΡΟΝ

Ο Μυτακίδης είναι γεννητούρι της ελληνορωμέηκης αντίληψης περί κύκλου των πραγμάτων της ανθρώπινης ζωής. Όλο το έργο του διακατέχεται, καταδιώκεται καλύτερα, από ένα νόημα βίου, δηλαδή ένα νόημα ύπαρξης, συνύπαρξης και πράξης, κύκλιο, αενάως επαναλαμβανόμενο, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται.

Η προσέγγιση αυτή ειναι ιδιαίτερα κρίσιμη, διότι απομακρύνει άμεσως την πνευματική μαρτυρία του Μυτακίδη, από οποιαδήποτε σχέση της με την δυτική εκδοχή του Κόσμου και της Ιστορίας και τον «τάζει πρόσφυγα...και σε καλό ας του βγεί». Εκεί θέλει να ανήκει. Στο κοσμοείδωλο του καθ' ημάς ελληνικού τρόπου. Με την παρούσα προσπάθεια μου, εδώ, θα επιχειρήσω να αποδείξω, αν τα καταφέρω, ότι ο Μυτακίδης αν και έχοντας κατακτημένη με μοναδικό ίσως -για Ελληνα- τρόπο την δυτική μουσική παιδεία ή τουλάχιστον του ευρύτερου μουσικού κώδικα του HIP-HOP, εν τούτοις όχι μόνο επιμένει πεισματικά την ελληνορωμέηκη του θεώρηση, αλλά αφήνει πάντα -με όση άφοβη διακριτικότητα του παρέχει η σιγουριά του τρόπου του- να διαφανή μια ολοφάνερη ερμηνευτική υπεροχή και πνευματική αρτιότητα, έναντι της εξευρωπαισμενης ή εξαμερικανισμένης στάσης ζωής, η οποία φαίνεται να βιάζει και να αλλοτριώνει ανεπίγνωστα τον έρωτα του προς την ρωμηοσύνη.

Είναι ξεκάθαρο από την αρχή, παρ' ότι η μουσική ανησυχία του βρίσκει τροφοδότη στα ακούσματα του ραδιοφωνικού σταθμού της αμερικάνικης Βάσης στο Ελληνικό, αυτός δεν θέλει να γίνει «Αμερικανός» ή «Ευρωπαίος» και προσπαθεί να ψάξει τους τρόπους μας. Προς τούτο από όλη την Αμερικάνικη Βάση, αυτός κρατάει δύο πράγματα. Την μουσική και την γεωγραφική της έδρα.

Μουσική hip-hop με έδρα το Ελληνικό. Με απλά λόγια ελληνικό hip-hop.



1.1. Ορκίζομαι για πρώτη φορά στη ζωή μου

πως ξεφεύγω μια που είχα χρόνια αρχή μου

να μην τραγουδήσω με στίχο ελληνικό

μα το κάνω για να νοιώσετε ό,τι κι' αν πώ



Δεν θέλει να καταλάβουμε, να κατανοήσουμε νοητικά, θέλει να νοιώσουμε. Και αντιλαμβάνεται ότι προς τούτο απαιτείται γλώσσα ελληνική. Γλώσσα δηλαδή που να παρέχει αφειδώλευτα την ικανότητα να νοιώθεις και όχι απλά να καταλαβαίνεις.



1.2. Μα μετά γίνεται ακόμη πιό σίγουρος...και δεν θα ξεχάσει

Ποιός να 'ναι υπεύθυνος του μεγάλου χρέους

και ποιός ένα μας έκανε με βλάκες Ευρωπαίους

Η έκπληξη είναι πιο μετά

Είναι όλα ίδια, παππού, κι ας αλλάξαν όψη...

Είναι όλα εδώ παππού, τον ίδιο κύκλο κάνουν,

πλανιούνται οικτρά πως ποτέ δε θα πεθάνουν

....αλλά και

Βλέπεις, όλα γύρω μου είναι αλλιώς φτιαγμένα

Όλα ίδια μα και διαφορετικά φτιαγμένα.



Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πείς φίλε. Γράφει ο Γ. Σεφέρης στον «Τελευταίο Σταθμό» και συναντιέται με τον άλλο μικρασιάτη τον Μυτακίδη.

Όλο τα ίδια και τα ίδια, όλα τριγύρω αλλάζουνε κι' όλα τα ίδια μένουν. Να 'τος ο κύκλιος τρόπος μας, που δεν παραμυθιάζεται με την διαρκή προς τα άνω εξέλιξη, δεν ξετρελλαίνεται με την ασίγαστη γραμμική πρόοδο. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε, καλοί και κακοί, δίχως δυτικότροπους μονισμούς, αξεχώριστα μπλεγμένοι. Καταγγέλοντες και συγχωρούντες ταυτόχρονα.

Λέει ο άλλος του τρόπου μας Κ. Ζουράρις. «Ο κύκλιος τρόπος δεν πιστευει στην πρόοδο και την γραμμική εξέλιξη προς ένα διαρκές «Άνω», μέχρι του αισίου Τέλους. Η τελεολογία του είναι η συνεχής ανακύκληση του Κύκλου... Δεν ξεχωρίζει ουσιοκρατούμενες «καθαρές» ουσίες, καλές-καθαρές ή κακές-καθαρές, διότι θεωρεί ότι υπάρχει πάντα ανάμειξη, μισγάγκεια, συναμφότερον και αγχίθυρον του καλού με το κακό.

« ...;είτε καλά είτε κακά, το ίδιο μου κάνει,

εμείς τα βράζουμε όλ' αυτά στο ίδιο καζάνι..»

Δεν εκθειάζει την σύγκρουση, την διαπιστώνει. Και περιέργως, αυτή η άρνηση μιας μεταφυσικής της προόδου και η απόρριψη της ουσιοκρατικής συνταγής, παράγει «μεσότητα», επιείκεια και ηπιότητα, δηλαδή ήρεμη αποδοχή του ιλαρού και τραγικού κύκλου...»

«Και σύ δε θ' αντέχεις μα θα τρέχεις στην ουσία» λέει ο πρόσφυγας Μυτακίδης που ξέρει πως στην «ουσία» καταφεύγουν όσοι δεν αντέχουν...

Και αφήνω τον άλλο του Τρόπου μας τον Σεφέρη να μιλήσει «...δείγματα της ανατολίτικης βυζαντινής τέχνης...Η τέχνη αυτή χαρακτηρίζεται από μια ροπή προς το ζωντανό, το πραγματικό, το συγκεκριμένο, το χειροπιαστό. Προτιμά πάντα τη δραματική απεικόνιση, τη σκηνοθέτηση, από την αφηρημένη κομψότητα...θέλει τη ζωντανή λεπτομέρεια...Η τέχνη αυτή...είναι αφηγηματική, «κυκλική» (τα εισαγωγικά είναι του Σεφέρη) , όπως τα τραγούδια του Διγενή Ακρίτα...είμαι έτοιμος να υποστηρίξω -δεν πιστεύω να χρειάζεται- πως αυτά τα γνωρίσματα βρίσκονται στους εικοσιτέσσερεις πίνακες του Παναγιώτη Ζωγράφου. Αν άφηνα τον εαυτό μου να περάσει μια στιγμή στην περιοχή της λογοτεχνίας, θα έλεγα πως αυτά τα ίδια γνωρίσματα τα βρίσκω στη γραφή του γέρου της Ακρόπολης...»

Όλες ετούτες οι γραφές, μουσικές, εικαστικές, ποιητικές ή λογοτεχνικές βλέπουν κύκλια τον τρόπο του βίου και ο Μυτακίδης δεν διστάζει να το ομολογήσει και αυτός καθαρά και ξάστερα

Είναι όλα εδώ παππού, τον ίδιο κύκλο κάνουν,

πλανιούνται οικτρά πως ποτέ δε θα πεθάνουν

ή ακόμα

Που λές, πήρα κουράγιο και το άνοιξα λοιπόν,

αρχίζοντας ταξίδι μές στον κύκλο των στιγμών

Όλα ίδια εδώ, μές στην ιλαροτραγική πλάνη τους, μές στην αυταπάτη τους αυτοί -οι άλλοι- όχι εμείς που μετέχουμε του τρόπου, αλλά οι άλλοι μες στην πλάνη πως δεν θα πεθανουν ποτέ. Αλλά εμείς σταθερά στην κυκλική μας κίνηση, ζωή και θάνατος αξεχώριστα.

Και πράγματι είναι όλα ίδια. Η αταλάντευτη προσήλωση μας στο ζωντανό, το πραγματικό, το συγκεκριμένο, το χειροπιαστό. Όλη η στιχοπλαστουργία του Μυτακίδη που δεν καταπιάνεται με το αφηρημένο αλλά ζητά το ζωντανό, το πραγματικό, το συγκεκριμένο το χειροπιαστό. Διότι εμείς δεν ζούμε μες στην πλανη οτι δεν θα πεθανουμε ποτέ...ζητάμε το ζωντανό, το χειροπιαστό εδώ και τώρα.

Πές μου γιατί φοβάσαι το χώμα, αφού εκεί κάτω θα γείρεις;

...κι' εμείς εδώ είμαστε περαστικοί...

...και μη φοβάσαι αν η ζωή σου μοιάζει άδικη

εδώ και χρόνια είμαστε όλοι συγκατάδικοι...»

Μην πλανιέσαι οικτρά, μη φοβάσαι, κι' εμείς περαστικοί είμαστε. Όλα ίδια εδώ. Στον ίδιο τρόπο ο Διγενής Ακρίτας, οι «ζουγραφιές» του Παναγιώτη Ζωγράφου, η γραφή του Μακρυγιάννη. Η ποίηση του Μυτακίδη.

Χθές εν αυτώ εσφάξαμεν ηδονικά κοράσια,

διότι ουδέν ηθέλασιν ωσάν τας ελαλούμεν

Βασίλειος Διγενής Ακρίτης, «Το άσμα του αμιρά»

Δηλαδή και ήταν ηδονικά αλλά και τα σφάξαμε. Ζωή και θάνατος μαζί.

Αλλά συνεχίζει πιο κάτω ο Διγενής...

Έχετε πάντοτε εις τον νούν μελέτην του θανάτου,

έχετε αγάπην άπειρον αμφότεροι εις τον κόσμον

Δηλαδή, προσέξτε μην πλανευτείτε οικτρά ότι δεν θα πεθάνετε ποτέ...

Αλλά κάνοντας μελέτη θανάτου, ταυτόχρονα, ίσως και εξ' αιτίας, να έχετε αγάπη άπειρον εις τον κόσμον.

Θα 'μαι εδώ και καλά να το θυμάστε, κι αφού δε σέβεστε θα με φοβάστε...

Κύκλος. Όλα κύκλος. Απλώς «...είδεσιν διηλλαγμένα...» Στη μορφή μόνο αλλάζουν, θεσπίζει ο Θουκυδίδης.

Είναι όλα ίδια, παππού, κι ας αλλάξαν όψη, επιμαρτυρεί, επιβεβαιώνει και ο Μυτακίδης.

Στη μορφή μόνο αλλαγμένα, άρα η κίνηση τους είναι μια απλή «ταυτοκινησία» καθώς μας σιγουρεύει ο Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

Το ανθρώπινο δράμα «...στάσιν αεικίνητον έξει, και στάσιμον ταυτοκινησίαν...»

Και ο Σεφέρης επιμένει κι' αυτός. «...παρατήρησαν πως ανάμεσα σ' ένα αρχαίο δράμα κι ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά».

Θέλω να μείνω μακριά και να κοιτάω ψηλά στο φώς,

Για μένα όλα αυτά είναι εχθρός

Πνιγμένος από λάσπη και βρωμιά,

Λυση δεν ψάχνω εγώ καμμιά

Αφού υπάρχουνε σωτήρες πολλοί σ' αυτο τον τόπο,

Που ζωντανό κρατάνε ακόμα το μεγάλο κόλπο.

Δηλαδή δεν υπάρχουν συνταγές και σωτήρες, αυτές ειναι δυτικές φλυαρίες για να καλύπτουν την ανασφαλή νοησιαρχία, λύση δεν ψάχνω εγώ καμμια, γιατί τοτε θα έμπαινα κι εγώ στο μεγάλο το κόλπο...Ξέρει ο Μυτακίδης ότι όλα ειναι κύκλος, δεν ειναι γραμμική εξελικτική προοδος, όλο και καλυτερα, όλο και ψηλότερα.



1.3. «Είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει» λέει ο Σεφέρης, κυκλοδίωκτος κι' αυτός καθώς αυτοχαρακτηρίζεται, υπακούοντας στην εντολή του Χριστού : «αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γή αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εαν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει».

Είμαστε λοιπόν ο σπόρος που πεθαίνει για να δώσουμε στη συνέχεια πολύ καρπό και να μην μείνουμε ο καθένας μέσα στην μοναξιά μας..

Στην ίδια διαδρομή απροσδόκητα πανομοιότυπος, Σεφερικός χριστιανός ο Μυτακίδης επιλέγει το ψευδώνυμο B. D. Foxmoor, δηλαδή αλεπού του βάλτου, και γράφει :

Η αλεπού του βάλτου

Μια φορά και έναν καιρό, ένας φίλος παλιός

που έτυχε να 'ναι αλεπού, λέει, κι αυτός,

θυμάμαι, είχε πει μια ιστορία που ΄χε ακούσει παλιά,

για έναν βάλτο που 'χε πάρει το φεγγάρι αγκαλιά.

Και μια αλεπού που έμενε εκεί

κλεισμένη χρόνια κι όλα αυτά σιωπηλη φυλακή,

να παλεύει παντού λίγο χώμα να βρεί

για να φυτέψει ένα σπόρο απο στάχυ στη γή.

Ένα σπόρο απο τους λίγους που ΄χε πάρει μαζί,

μήπως και δώσει λέει στο βουρκο ζωή.

Κι έσκαβε τόσο βαθιά, φοβόταν, λέει, πως το χώμα

δεν είχε ακούσει τις ευχές της ακόμα

Ή πως ήθελε λίγο απ' το όνειρο της να κλέψει

Και κράταγε μέσα του ό,τι είχε φυτέψει.

Χωρίς βλαστάρι να βλέπει, να παιρνει καρπούς

και μοιάζαν ψευτικα όλα της αλεπούς.

Μα έσκαβε ακόμα πιο βαθιά και πού να δεις,

όταν απάντησε η γη κι ο ήλιος της αυγής

για τον τελευταίο σπόρο που είχε βάλει απ' το όνειρό της,

τότε κοίταξε ψηλά και ακούν ακόμα το ουρλιαχτό της.

Πήρε λοιπόν τους καρπούς και ενώ δεν είχε να φάει,

τους έβαλε όλους στο χώμα και άρχισε να γελάει.

Κι άρχισε, λέει, να βλέπει από τις στοίβες βουνά,

είδε φεγγάρι και ήλιο να κυνηγιούνται ξανά.

Έτσι, ξεχνούσε την πείνα, την κομμένη ουρά της,

τα βρώμικα χόρτα που υπήρχαν κοντά της.

Βούταγε μέσα στη λάσπη -έμοιαζε θάλασσα τώρα -

είχε τριγύρω στάχυα, χρυσαφίζαν σαν δώρα.

Και κάθε φορά που η γη γεννούσε,

τα μάτια σήκωνε ψηλά, στον ουρανό κοιτούσε.

Κι άφηνε το ουρλιαχτό της να φοβίζει τα πουλιά

που όταν νοιώθανε ζωή πέταγαν τόσο χαμηλά.

Μα φύλαγε τους σπόρους πιο πολύ κι απ' την ζωή της

το μοναδικό όνειρό της που ταξίδευε μαζί της,

διάλεξε εκεί στο βάλτο να τ' αφήσει

και έσκυψε στη γη να της μιλήσει.


«Θες δε θες, θα βγούνε κι άλλα

πιο καλά και πιο μεγάλα.

Σκάβω βαθιά και σ' αφήνω φυλακτό,

ένα ακόμα ουρλιαχτό».


Αντίκρυ, λέει, θανάτου η αλεπού του βάλτου,

το τελευταίο ουρλιαχτό της στη γη το 'θαψε εμπρός της

και φώναξε στο στάχυ τύχη καλή, ρε, να'χει,

να τ' αγκαλιάζει η γη και ο ήλιος σαν θα βγεί.



1.4. «οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ' τον κύκλο και αναστηθήκαν και χαμογελάνε μέσα σε μια παράξενη ησυχία» λέει ο Σεφέρης στο «Εμείς ξεκινήσαμε» . Δηλαδή κατά την παράδοση μας, ο μόνος τρόπος να ξεφύγεις απ' τον κύκλο, είναι το χαμόγελο της ανάστασης. Αυτή η «παράξενη ησυχία» και το «χαμόγελο» των παλαιών νεκρών, των τέως νεκρών που δεν είναι ζωντανοί αλλά δεν είναι και πεθαμένοι. Λυτρωμένοι αυτοί «χαμογελάνε» στον παράδεισο της αγάπης ή «καλοπερνάνε» κατά τον Μυτακίδη, ενώ εμείς οι υπόλοιποι βολοδέρνουμε «στο βάλτο που είναι πάντα σκοτεινά» :

«Τώρα που είσαι; Σε ποιά γωνιά του ουρανού έχεις αράξει ;

....Γι' αυτό σου λέω, άραξε εκεί, στα λημέρια σου τα φωτεινά,

σαπίσαν όλα πια στο βάλτο και εδώ είναι πάντα σκοτεινά»

Κι' ύστερα πιο κάτω, στέλνοντας χαιρετίσματα σ' εναν άλλο του τρόπου μας, τον Μάνο Χατζηδάκι, ακόμη εναν που ξέφυγε από το κύκλο κι' αναστήθηκε και χαμογελάει σε μια παράξενη ησυχία, ο Μυτακίδης στέλνει τα παράπονα του για τον κύκλιο ιλαροτραγικό μας τρόπο.

«Μάνο, σ' αυτό τον τόπο το βλακόστρωτο

και που φωνάζω τίποτα δεν κάνω.

Μάνο, ζούμε με φόβο αλλόκοτο

Γι' αυτό σου λέω καλά περνάτε εκεί πάνω»

Καλοπερνάνε χαμογελώντας μέσα σε μια παράξενη ησυχία οι παλαιοί νεκροί, ενώ εμείς εδώ στο μαγγανοπήγαδο του κύκλου μας «και που φωνάζουμε τίποτα δεν κάνουμε».

Και έτσι συναντιέται με έναν ακόμη του τρόπου μας τον Οδυσσέα Ελύτη.

"Μιλώ μ΄έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο. Παραμένω, έτσι, ένας ιδιώτης απαρηγόρητος, που δεν καταφέρνει να ανήκει πουθενά, σε καμμιά κοινότητα, ούτε καν των ποιητών...Στη μοναξιά υπάρχουν κι εκεί, όπως στη γλώσσα, ιδιώματα. Το δικό μου πρέπει να είναι της πλέον ακατοίκητης ερημονησίδας. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς τα λόγια μου, ενώ τα κατευθύνω στο κέντρο των ενδιαφερόντων του κόσμου, ηχούν απόμακρα ή χάνονται ολότελα..."

Και που φωνάζω τίποτα δεν κάνω, παραπονιέται ο Μυτακίδης...τα λόγια μου...χάνονται ολότελα...παραπονιέται ο Ελύτης.



1.5. "Ελπίζω όλα αυτά να σου έδειξαν πως είμαι ένας μονότονος και πεισματάρης άνθρωπος, που είκοσι χρόνια, ως το '46, δεν έπαψε να ξαναλέει τα ίδια πράγματα. Πράγματα που δεν είναι καν δικά του» λέει ο Σεφέρης στο «Μια σκηνοθεσία για την Κίλχη» Δοκιμές, τομ.Β, σελ. 56.

Δηλαδή δεν λέει πρωτότυπα πράγματα ο πεισματάρης και αενάως επαναλαμβανόμενος Σεφέρης και συνεχίζει πεισματικά ο Μυτακίδης.



«κι' ας με λένε οι δήθεν φίλοι μου μονόχνωτο»

ή

«ότι εγώ έχω ορκιστεί κι έχω διαλέξει

να μείνω εδώ το πετσί μου όσο αντέξει»

ή

Θα μείνω εδώ, κι όσο καιρό και να μου πάρει,

θα περιμένω, γι' αυτό κάνε μου τη χάρη.

ή

Κι' είμαι πάλι εδώ,

για όλα όσα πιστεύω κι' όλ' αυτά που αγαπώ.

ή

Για όλα αυτά κι' αυτους είμαι εδώ,

στον τόπο που μεγάλωσα και πάντα αγαπώ.

ή

Θα είμαι εδώ και καλά να το θυμάστε,

και αφού δε σέβεστε, θα με φοβάστε

ή

Μα εγώ ψηλά κρατάω ακόμα το κεφάλι

και δε με νοιάζει ό,τι κι αν λένε για μένα οι άλλοι

ή

Θα είμαι εδώ, να τραγουδάω, να ξεσπάω,

το παραμύθι το δικό σας δε θα φάω

ή

Σταμάτα ρε, το παιχνίδι είναι στημένο,

γι' αυτό είμαι εδώ και συνεχίζω να επιμένω

ή

Με τίποτα εγώ δε σταματάω, ρε φύγε απο δώ.

με τίποτα ρε, φύγε από δώ.

ή

γιατί όπως βλέπεις, είμαι και αντέχω ακόμα εδώ.



Κι' ολη αυτή η επιμονή, όλο το πείσμα σε κάτι που δεν ειναι τελικά καθόλου πρωτότυπο. Είναι απλώς Σκέψη κοινόχρηστη, αλλά θαμμένη σε τόπο επώνυμο.

Ενας πεισματάρης που δεν έπαψε να λέει τα ίδια πραγματα. Πράγματα που δεν ειναι κάν δικά του, σκέψεις κοινόχρηστες θαμμένες σε τόπο επώνυμο.

Λές και με ένα μυστηριώδη τρόπο καταθέτει ότι η αλήθεια δεν είναι παράγωγο του μοντερνισμού, της νεωτερικότητας.

Θα θελα να 'μουν όσα σκότωσες πριν από μένα

δήθεν για μένα

Δηλαδή υπήρχαν πράγματα πριν απο μένα που κάποιος τα σκότωσε. Και τα σκότωσε δήθεν για χάρη μου. Είναι όλα εκείνα που δεν ειπώθηκαν και έτσι γεννήθηκα σε ένα ψέμα. Η αλήθεια βρίσκεται εκεί σ' αυτά που προυπήρχαν και δεν είχαν ειπωθει.

Κι' αν προσπαθήσει να εντοπίσει κανείς ποιά ήταν αυτά που σκοτώθηκαν, που υπήρχαν από πριν, μένει έκπληκτος μπροστά το συνταίριασμα τόσων από πρώτη άποψη ανομοιογενών πραγμάτων.

Η πένα του Καστοριάδη και η οργή του Πάμπλο.

Το πείσμα του Ραφαηλίδη κι' εβραίος το '40 στη θεσσαλονίκη.

Ένα κύμα ντροπής πάνω στα ξερονήσια

Σκλάβος που κουβαλάει μάρμαρα στον Παρθενώνα

Πεισματάρης μαθητής του Σωκράτη.

Τυφλός χριστιανός του πρώτου αιώνα.

Στίχος Τούρκου φυλακισμένου ποιητή.

Ένα αλλόθρησκο στο κούτελο φιλί.

Το γελιο το πικρό στο Πέραμα του Ξέρξη.

Ψηφοδέλτιο άκυρο αλλαγής το '81.

Μελωδία άγνωστη του Χατζηδάκι

Το επόμενο βιβλίο του Κοροβέση.

Ο αφορισμός του Καζαντζάκη.

Η απουσία από τους Ολυμπιακούς του 2004

Ένας μετανάστης στο μεταγωγών

Ένας αυτόχειρας μπάτσος

Ελληνας λοχαγός που δεν πηγε στην Κορέα

Μια στιγμή απο το όνειρο του Ρήγα.

Ένα τραγούδι καμπίσιο απο κολίγα

Η πρώτη διαγραφή απο το ΠΑΚ

Ένα κουκούτσι στο λαιμό του βασιλιά

Χαμένη μπαλα του γκόλφ του εθνάρχη

Η αντοχή του Ρένου Αποστολίδη

Μια ιστορία αφηγημένη απ' τον Κατράκη

Αυτοσχέδιο παιχνίδι σε αλάνα

Η Καμπάνα του Κώστα Βάρναλη.

Το πινέλο του Θεόφιλου στο αίμα

Ο καθόλου τρόπος της ελληνικότητας μας, η σύνολη Ιστορία του τόπου, περνάει εμπρό σου λες κινηματογραφικά. Το δημιουργικό μπλέξιμο των φαινομενικών αντιφάσεων. Το συναμφότερον, η αλληλοπεριχώριση κορυφώνονται εδώ και αποκαλύπτουν όλα αυτά που υπήρχαν απο πριν. Δεν είναι δικά του πράγματα.

«Την εποχή εκείνη, ανάμεσα στον ποιητή και στο ακροατήριό του, υπήρχε μια σιωπηρή συναισθηματική συμφωνία, κι' αυτή ήταν η μυθολογική πίστη...όπου ο ποιητής είχε να παίξει πάνω σε συναισθηματικά δεδομένα που ήταν κοινό κτήμα του ακροατηρίου και υπήρχαν πριν απ' αυτόν» επιμένει ο Σεφέρης στο «Μονόλογος πάνω στην ποίηση» ο.π., τόμ. Α', σ. 147.

Και έρχεται να υποστηρίξει τη θέση αυτή του Μυτακίδη και του Σεφέρη, ο Ηράκλειτος, απόσπασμα Α 16 (Σέξτος, Προς Μαθηματικούς, VII 133): «διό καθ' ο τι αν αυτού της μνήμης κοινωνήσωμεν, αληθεύομεν...». «Για τούτο, ως προς ό,τι έχουμε συμμετοχή στη μνήμη του, σχηματίζουμε αληθινές κρίσεις...»

Γι' αυτό έρχεται τώρα καταγγελτικός ο Μυτακίδης, διότι κάποιοι δεν μ' άφησαν να συμμετέχουμε στην μνήμη -όσων υπήρχαν πριν απο μάς- και έτσι δεν αληθεύουμε, έτσι γεννηθήκαμε μέσα στο ψέμα.

Γι' αυτό ζητά να είναι όσα «σκότωσες πριν απο μένα, τα μυθοπαρμένα» Ζητά να κοινωνήσει, να συμμετάσχει, να γίνει ένα με τα μυθοπαρμένα για να είναι παλι αληθινός. Δηλαδή η αλήθεια βρίσκεται στη συμμετοχή μας στην κοινή μνήμη.

Κοινωνούμε, άρα «αληθεύομεν». «... αλήθεια, είναι αυτό που μας ενώνει...» εξαγγέλει Ηρακλείτιος ο Μυτακίδης. Και συναντά τους αποφατικούς Πατέρες της εκκλησίας που προσδιορίζουν πως η αλήθεια ποτέ δεν εξαντλείται στον ορισμό της. Εναπόκειται πάντα στην βιωματική πιστοποίηση της κοινωνίας-μέθεξης ενός εκάστου.

Ποιός είσαι εσύ...που για το τίποτα σκαρώνεις νέους ορισμούς,

που ηδονίζεσαι σαν πέφτουν τα στεκούμενα

που λειώνεις το σίδερο και φτιάχνεις χαλασμούς

λέει ο Μυτακίδης και συμπληρώνει ο Θουκυδίδης στο Γ 38,5: «...και μετά καινότητος μεν λόγου απατάσθαι άριστοι, μετά δεδοκιμασμένων δε μη ξυνέπεσθε εθέλειν, δούλοι όντες των αεί ατόπων..» δηλαδή «...είστε οι πρώτοι και καλύτεροι στο να γοητεύεστε με νέους ορισμούς και στο να αντιδράτε στα δοκιμασμένα. Είστε δούλοι κάθε παραδοξολογίας...»

Αντιδράτε στο δοκιμασμένα...ηδονίζεστε να πέφτουν τα στεκούμενα.

Σκαρώνετε ορισμούς για το τίποτα...γοητεύεστε με νέους ορισμούς. Πιοί ειστε εσείς;

Ποιός είσαι εσύ ψευτόπλαστε...

Ποιός είσαι, άβουλο, του βόθρου μίλημα.

Ποιός είσαι εσύ δούλε του «αεί ατόπου», άβουλε, ψευτόπλαστε.

Εσύ που λιώνεις το σίδερο και φτιάχνεις χαλασμούς.

Και συνεχίζει ο Σεφέρης «Έχουμε μπει για τα καλά στην περίοδο της μηχανοκίνητης βλακείας, της μηχανοκίνητης ψευτιάς και της μηχανοκίνητης αυτοκαταστροφής»

Δηλαδή «μηχανοκίνητη, βλακεία, ψευτιά και αυτοκαταστροφή» ο Σεφέρης.

«Ψευτόπλαστε που λιώνεις σίδερο, άβουλε, του βόθρου μίλημα που φτιάχνεις χαλασμούς» ο Μυτακίδης.

Και ξανά πάλι «γιατί ζηλεύουν τα πουλιά και δεν μας κάνουν χαρά, που έχουμε τώρα σιδερένια μεγάλα φτερά» ο Μυτακίδης για να συναντήσει στο ατελεύτητο πανηγύρι του Τρόπου μας, την Αντιγόνη του Σοφοκλή: ...κρατεί δε μηχαναίς...Σοφόν τι το μηχανόεν τέχνας υπέρ ελπίδ' έχων. Δηλαδή ο άνθρωπος...δαμάζει με τεχνάσματα...και τέχνες μαστορικές σοφίστηκε που δεν τις βάζει ο νούς.

Υπερ ελπίδ' έχων...δηλαδή δεν τις βάζει ο νούς, τέτοιες μηχανές και τέχνες σοφίστηκε...που άντε πες του...γιατί ζηλεύουν τα πουλιά και δεν μας κάνουν χαρά.

Κρατεί δε μηχαναίς, κατά τον Σοφοκλή , ή «συντηρείς μηχανές να ξεπλύνουν τη λέρα» κατά τον Μυτακίδη.


1.6. Σε όλο σχεδόν το έργο του ο Μυτακίδης, δείχνει μια ταπεινή αλαζωνία ή μια αλαζωνική ταπεινότητα, το συναμφότερον του Τρόπου μας. Η κοσμογωνιά του, δηλαδή και γωνιά αλλά και κόσμος μαζί, ταυτόχρονα.

Από την αφετηρία του τραγουδιού, η ομηρική επίκληση στην μούσα. Η ομηρική αφετηρία της σύνολης ποίησης μας, της κοσμογωνιάς μας που «διαλέξαμε να φτιάξουμε τ' όνειρο μας με λίγο χώμα και νερό απ' τον ουρανό μας»

Η μέγιστη βεβαιότητα. Δεν τίθεται θέμα πουθενά για το ποιοί είμαστε. Διότι μπορεί να «σκίσαμε λίγο τα μανίκια απ' την παλιά την φορεσιά, τώρα (όμως) χωρίς δεκανίκια και μακριά απ' την μοιρασιά θα κοιτάμε, χωρίς ποτέ να γελάμε, κάποτε όλα ήταν μαζί, δεν το ξεχνάμε.»

«Πιστεύω, λέει ο Σεφέρης, πως η Ελλάδα προσεγγίζει το σημείο εκείνο της ωριμότητας που θα της επιστρέψει να αντικρίσει, χωρίς προκατάληψη και με τρόπο ενιαίο, όλες της τις παραδόσεις, αρχαία, μεσαιωνική και νέα..»

Κάποτε θα τα καταφέρουμε να δούμε τα πραγματα με τρόπο «ενιαίο» λέει ο Σεφέρης, διότι «κάποτε όλα ήταν μαζί, δεν το ξεχνάμε» συνεπικουρεί ο Μυτακίδης. «Τώρα...μάλιστα φαίνεται να προφητεύει ο Μυτακίδης...τώρα που μείναμε χωρίς δεκανίκια και μακριά απ' την μοιρασιά...τωρα φαίνεται να έρχεται η ώρα να εκπληρωθεί η σεφερική προφητεία...να δούμε ολες τις παραδόσεις μας με τρόπο «ενιαίο». Διότι επιμένει ο Μυτακίδης, μην παραμυθιάζεστε... «όλοι οι άλλοι, οι παγκόσμιοι, ανάγκη δεν έχουν» ...;και δεν έχουν ανάγκη διότι ως μονδέρνοι, νεωτερικοί, σπεύδουν να προσαρμοστούν και «αν βγεί στην πιάτσα η μόδα, πίσω της τρέχουν να της ψωνίσουν νυφικό, να της τάξουνε γάμο, και ν' αφήσουν την ψυχή τους στα πόδια της χάμω.» σε αντίθεση με εμάς εδώ στην «κοσμογωνιά» που ως οικουμενικοί, «σε τούτη τη γωνιά θα 'μαστε πρόσφυγες για πάντα» διότι εμείς είμαστε με την ατελεύτητη διαχρονία του Τρόπου μας που δεν προσφέρει την ψυχή του στο μονδέρνο, δεν νυμφεύεται το νεωτερικό, διότι έχει ήδη πιστή γκόμενα στην αγκαλιά την φωτιά και την προσφυγιά. «Όμως εμάς η φωτιά κι η προσφυγιά μας, είναι γκόμενες πιστές στην αγκαλιά μας».

Και συνεχίζει δραματικός ο άλλος μικρασιάτης, ο Σεφέρης.: «...το γεγονός που μ' επηρέασε περισσότερο απ' όλα τα άλλα, είναι η μικρασιατική καταστροφή»

«Η φωτιά κι' η προσφυγιά μας».



1.7. Γράφει ο Γ. Σεφέρης στα «Ξεστρατίσματα από τους Ομηρικούς Ύμνους»

«...γεννήθηκα στην ελληνική ορθόδοξη παράδοση, στην παράδοση των μεγάλων Πατέρων της Ανατολής, αυτή ήταν η μοίρα μου» δηλώνοντας την ρωμέηκη ταυτότητα του.

Ο Μυτακίδης αντίστοιχα καταθέτει : «με την παράδοση σε βρώμικα νερά λιμνάζω...γι' αυτό φωνάζω»

«...γεννήθηκα στο ραντεβού της νύχτας με τη μέρα, στο συναμφότερον του μερόνυχτου δηλαδή,...και...άκου μάνα, για όλους έχει ο Θεός και μας χωράει ο ουρανός». Δηλαδή εκεί που γεννήθηκα «για όλους έχει ο Θεός και μας χωράει ο ουρανός». Να η απλοχωριά της κοσμογωνιάς, που με το «περίπου» της, με την αποφατικότητα της, μπορεί να τα χωρέσει όλα.

Δεν διαθέτει «μηχανές ακριβείας» κατά τον Σεφέρη και

«Κακό πράγμα η σιγουριά, τελικά άκου που σου λέω» ή

«Η καθαρότητα του νού σας με παγώνει» ή

«Αυτοί τα πάνε πιο καλά στους αριθμούς» κατά τον Μυτακίδη

Ποιά είναι η όμως μοίρα του Μυτακίδη;

«μαζί με τις ευχές και μια κατάρα, που άκουσε το άστρο μου και κρύφτηκε στο φώς και από τότε είμαι τόσο μοναχός.» και

«πάντα μάζευα ό,τι έμενε απ' τη στάχτη, μα η τύχη μ' έχει άχτι».

Γιατί όμως αυτή η μοίρα; Αυτή η αβάσταχτη κατάρα - μοναξιά της ρωμιοσύνης που πάντα μάζευε ότι έμενε απ' την στάχτη ;

Διότι απαντά «...εγώ ζώ μόνο ό,τι αγαπώ...» δηλαδή ζώ-υπάρχω μόνο στο βαθμό και στο μέτρο που αγαπώ. Δεν είμαι σαν τους άλλους εσάς «...με το άστρο εκεί ψηλά, που δήθεν νοιώθετε καλά, γιατί όλα γύρω σας αλλάζουν»

Εμένα η μοίρα μου, το άστρο μου ειναι η παράδοση και δεν παραμυθιάζομαι ως μοδάτος ευρωπαίος ότι νοιώθω καλά, επειδή όλα γύρω μου αλλάζουν.

Δηλαδή εγώ νοιώθω καλά όταν αγαπώ και όχι όταν γύρω μου όλα αλλάζουν. Δεν ειναι το μοντερνο που με κανει να νοιώθω καλά, ειναι η κατάρα μου να μαζεύω ότι έμενε απ' την στάχτη μου, η μοναχικότητα μου.



1.8. Ένα από τα τερτίπια του Μυτακίδη για να ομολογήσει την πίστη του στον Ρωμέηκο αρχέτυπο, είναι -όπως κάνει και ο Σεφέρης- η χρήση τετριμμένων εκφράσεων της καθημερινότης του Τρόπου μας.

Παραθέτω μερικά αποσπάσματα του Σεφέρη και μετά του Μυτακίδη που τα συναντάει κανείς σχεδόν σε κάθε στιχούργημα του.

«Το σπουδαίο ειναι να ξαναμπείς στη δούλεψη του Θεού»

«Του έδωσε ο Θεός»

«Δοξάζω τον Πανάγαθο Θεό»

«Μα τη Μεγαλόχαρη»

και ο Μυτακίδης απαράλλαχτα ίδιος...και αφάνταστα πιο πληθωρικός

«Άκου μάνα, για όλους έχει ο Θεός»

«Να σ' έχει ο Θεός πάντα καλά.»

«Και λέω Θεέ μου ευτυχώς που δεν άκουγα κανέναν»

«Μα μόνο ο Θεός μπορεί να συγχωρέσει»

«Σ' αυτούς νομίζω, Χριστέ μου, κάτι πως χρωστάς»

«Και κάνε, Θεέ μου, να πονάω μ' αυτούς που κλαίνε»

«Κι' αυτό το βλέμμα εκεί ψηλά στον ουρανό, που συναντά το χαμένο μας Θεό.»

«Το παραμύθι το δικό σας δεν θα φάω γιατί μεγάλωσα περήφανος φτωχός και κατάλαβα πως πάντα ο Θεός την εξουσία δίνει σε ψεύτες και τρελούς, για να δοκιμάζει τους καλούς.»

«Που ειν' η πατρίδα μου εκείνη η γλυκιά, που 'χει στην πέτρα χαραγμένο λεει το φώς-λες να την ξέχασε για πάντα ο Θεός ;»

«Μα τους βαρέθηκα όλους - που να 'ναι ο Θεός; Λες να 'ναι πρόσφυγας κι αυτός;»

«Να φύγει απ' τη φωτιά και αγκαλιά, λέει, με το φώς να ταξιδέψει όπου διαλέξει ο Θεός.»

«Ορατών τε πάντων και αοράτων, είμαι αποτέλεσμα δικών σας πειραμάτων»

«Εμείς βγάζουμε στο φώς ότι μας πρόσφερε ο Θεός»

«Ο Θεός ψάχνει τον τρόπο μια συγγνώμη να μας πει»



1.9. Ο Γ. Σεφέρης στο δοκίμιο του «Ένας Έλληνας-ο Μακρυγιάννης» εντοπίζοντας στο κρυφό μυστήριο του, λέει πως εμείς που μετέχουμε του ελληνικού τρόπου «αληθεύομεν» μόνο σε «...υποθέσεις όπου όλοι μαζί, πεθαμένοι και ζωντανοί, είμαστε αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι». Τι παράλογος αλήθεια συνδιασμός για την δυτική νοησιαρχία. Τι ανέφικτη νοητική ενότητα.

Κι' όμως γι' αυτή την υπερ-φύσιν ενότητα, ο Σεφέρης γράφει με το χέρι του Μακρυγιάννη ή ακόμη καλύτερα του Ηράκλειτου. « Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι,ζώντες τον εκείνων θάνατον, τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες».

Και ο Μυτακίδης εκεί στα ίδια χνάρια, δεν παύει ούτε στιγμή να προσδοκεί

«...να γίνουν άτρωτοι οι τρωτοί...» και σ' αφήνει να αναρωτιέσαι άραγε πόσο απέχει ετούτη η κουβέντα απο το Ηρακλείτιο να γίνουν «αθάνατοι θνητοί». Κι' αν είναι απαράλλαχτα ίδιο, που στο καλό διάβασε Ηράκλειτο;

Μα δε σταματά εκεί. Δε σταματά να παίρνει το μέρος (των νεκρών), να τραγουδά (γι' αυτούς που άδικα φεύγουν), να χρωστάει (μια συγγνώμη στους νεκρούς), να κλαίει και να γελά δίπλα ' αυτούς που ξεχνιούνται), να ζηλεύει (που καλοπερνάνε εκει πάνω), να προσδοκεί στην αρωγή τους για να απλώνεται πέρα απο το νού του, στην ρότα που θα χαράζει το πέταγμα του φύλακα του αγγέλου.



«...Με το μέρος κι όχι το βάρος των νεκρών...»

«...Χρωστάω μόνο τη συγγνώμη μου σ' αυτούς που χαθήκαν...»

«...έλα κι εσύ προλαβαίνεις τραγούδα και γέλα

για τους περήφανους που άδικα φεύγουν

εγώ είμαι πάντα μ' αυτούς που πεθαίνουν...»

«...θα 'θελα να 'χα κουράγιο να δω αυτούς που γεννιούνται

να κλάψω δίπλα σ' αυτούς που ξεχνιούνται...»

«...Μάνο, ζούμε με φόβο αλλόκοτο

γι' αυτό σου λέω καλά περνάτε εκεί πάνω...»

«...απόψε βρήκα στη φωτιά το χαμένο αδερφό μου.

Ήταν πουλί με πύρινα, μεγάλα φτερά,

πέρασε θάλασσες, μεγάλες χώρες και ψηλά βουνά.

Άγγιξε τ' αστέρια και μου ΄φερε δώρο

μια ευχή ν' απλώνω όσα νιώθω πέρα απ' του νού μου το χώρο

τον μικρό που για μένα διάλεξε κάποιος θεός...

....Πέτα από πάνω απ' το κατάρτι συνέχεια, αδερφέ μου,

ν' αντέξω, μη δειλιάσω στις λιγόψυχες στιγμές μου,

να μου θυμίζεις της φωτιάς πως είμαι γιός...»

«...Τώρα ξέρω το Low Bap όπου βρεθεί

έχει ένα φύλακα άγγελο, αλήτη...»



Γελάει, τραγουδάει, είναι με το μέρος, χρωστάει, ζηλεύει, προσδοκεί. Ζεί με δύο λόγια «αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με τους πεθαμένους» μπας και καταφέρουμε να γίνουν «άτρωτοι οι τρωτοί», να είναι «Αθάνατοι θνητοί».

«Όλοι μαζί» λοιπόν κατά τον Μακρυγιάννη, «με το μέρος των...αδερφών ...νεκρών» κατά τον Μυτακίδη, «αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι» κατά τον Σεφέρη, για να ολοκληρωθεί μέχρι το σήμερα η αργόσυρτη ετούτη διάρκεια της ελληνοτροπίας. Ολοκλήρωση που συνοψίζεται στα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής «Και εν τάφω έδυς, και των κόλπων των πατρώων ουδαμώς απεφοιτήσας...» Δηλαδή «αν και έδυσες στον τάφο, απ' την πατρική αγκαλιά ποτέ δεν αποχώρησες».

Δεν περνάει δηλαδή στον Τρόπο μας, η διάκριση, η διαίρεση, πεθαμένων και ζωντανών. Διότι αν και «έδυσες» δεν χάθηκες απο την Κοινότητα μας της οποίας παραμένεις μέλος. Είμαστε παλι μαζί σε ολομέλεια. Πεθαμένοι και ζωντανοί.

«Ανηρέθης, αλλ' ού διαιρέθης» πάλι απο τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής.

Ο βιολογικός θάνατος αναίρεσε ένα μέλος, αλλά δεν το διαίρεσε, δεν έχασε το ολόκληρο του, την ακεραιότητα του, αυτό το μέλος ή πολύ περισσότερο η Κοινότητα. Και δεν εχασε την ακεραιότητα του, διότι παραμενει το αλληλέγγυο και το συνυπεύθυνο των μελών. Παραμένει δηλαδή η «λογοδοσία», ο λόγος που κατατέθηκε, ο λόγος που στηρίζεται με τη ζωή των μελών της κοινότητας και η ζωή πουν στηρίζεται με το λόγο των μελών προς την κοινότητα αλλά και αντίστροφα ο Λόγος της κοινότητας προς τα μέλη. Και μέλη ειναι πεθαμένοι και ζωντανοί όλοι μαζί. Όλοι μαζί κατά τον Μακρυγιάννη, όλοι μαζί ρε, κατά τον Μυτακίδη. Να το δηλαδή το συναμφότερον πεθαμένων και ζωντανών. Η κοινωνία του Τρόπου μας. Εκεί όπου κοινωνούμε. Προς τούτο

«...και μη φοβάσαι αν η ζωή σου μοιάζει άδικη,

εδώ και χρόνια είμαστε όλοι συγκατάδικοι...»



1.9. Και πάλι απο την Μεγάλη Παρακευή «Δός μοι λόγον, Λόγε, μη σιγών παρέλθης με...» , δηλαδή λογοδότησε εσύ, μίλα μου, μη τυχόν με τη σιγή σου με προσπεράσεις...η κατά τον Μυτακίδη «...κάνε μου τη χάρη, να μιλάς δυνατά....για να σ' ακούω απ' όπου και να 'σαι...» δηλαδή να σ' ακούω, μη τυχόν και με προσπεράσεις, μη τύχει και με ξεχάσεις με τη σιγή σου. Μίλα δυνατά η μία επίκληση, δός μοι λόγον η άλλη. Εκπληκτικής ομοιότητας ο Μυτακίδης με το Εγκώμιο της νηπτικής μας παράδοσης. Ίσως δεν υπάρχει ικανοποιητικότερη απάντηση για τούτη την μυστυριακή ομοιογένεια απο την δήλωση του Σεφέρη από «Σημειώσεις για μια ομιλία σε παιδιά».

«Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα...από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε, και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι' αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό μας τραγούδι...Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκουνται μέσα σας, τώρα, βρίσκουνται μέσα σας ολα μαζί, πως ειναι το μεδούλι των κοκκάλων σας...».

Για να τα νοιώσεις όμως όλα αυτά πρέπει κατά τον Θουκυδίδη να είσαι ο «...αισθόμενος τον θρούν...», δηλαδή να αισθάνεσαι το θρόισμα τους, να μην παλευεις με τον παγωμένο νου να αποδείξεις στατιστικές αποκλίσεις και συγκλίσεις. Πρέπει να αισθάνεσαι το θρόισμα, δηλαδή με άλλα λόγια κατά τον Μυτακίδη «...με το 'να μάτι ανοιχτό να κοιμάσαι ...;κάνε μου τη χάρη...».



1.10. Βάζω με το νού μου, πως ο Μυτακίδης δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να μελετήσει την αντίληψη του ελληνικού Τρόπου για τον έρωτα, την αλήθεια, τη σχέση ή την κοινωνία.

Λέω έτσι, πως απο κανέναν δεν έτυχε να ακούσει τη διαφορά ανάμεσα στη λέξη society και τη λέξη κοινωνία. Άλλο δηλαδή η σύμβαση που προυποθέτει η λέξη society ως άθροισμα ατόμων που συμβάλλουν για συγκεκριμένο σκοπό, άλλο το νόημα της λέξης, και άλλο η ενότητα που προκύπτει απο σχέσεις βιωτικής συνύπαρξης. Άλλο η συλλογικότητα που προκύπτει απο μιαν εταιρική συμφωνία-σύμβαση και άλλο η αμοιβαιότητα στην εξυπηρέτηση αναγκών και η λειτουργικότητα δεσμών συναλληλίας. Άλλο πράγμα η απο κοινού ανάληψη των υποχρεώσεων και των ωφελημάτων μιας σύμβασης και άλλο η από κοινού μέθεξη στο λόγο και σε βιωματικές εμπειρίες, η ερωτική ένωση, η ενότητα ψυχής και σώματος.

Λέω ακόμη πως ποτέ δεν του χαρίστηκε η γνώση πως η ορθολογική αντικειμενική αλήθεια ειναι ένα εφεύρημα της δυτικής νοησιαρχίας που το μόνο που διασφαλίζει είναι την ανέραστη ανασφαλή μοναχικότητα της περιχαρακωμένης του ατομικότητας. Άλλο δηλαδή η σίγουρη αλήθεια του εργαλειακού ορθολογισμού της Δύσης και άλλο η αποφατική αλήθεια, το περίπου, του Τρόπου μας.

Υποθέτω επίσης πως αγνοεί ακόμη πως στον Τρόπο μας, ο μόνος δρόμος κατοχής της αλήθειας είναι η ριψοκινδύνευση της σχέσης, της κοινωνίας, της μοιρασιάς. Η αλήθεια μας, όπως και ο έρωτας μας δεν ειναι αποτέλεσμα νοητικής βεβαιότητας, σιγουριάς των ορισμών. Είναι κατόρθωμα, αγαπητικό κατόρθωμα, σχέσης.

«Έχω μαζί μου σ' αυτό το σάλεμα που κάνεις ψυχή μου, την αυταπάρνηση μου, το μαγικό ραβδί μου» όπως θα πει ο ίδιος.

Στο κατόρθωμα της αυτοκατάργησης, στην αυτοπαραίτηση κρύβεται το μαγικό ράβδι της πληρωματικής σχέσης.

Έξω απο την σχεση, έξω απο την κοινότητα όλοι είναι άσχετοι. Όχι μόνο δεν έχουν σχέση, αλλά δεν ψηλαφούν καν την αλήθεια.

Διότι «καθ' ότι αν κοινωνήσωμεν αληθεύομεν. Α δε αν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα» καθώς συνόψιζε σοφά ο Ηράκλειτος.

Αυτή η εμμονή στην ταύτιση αλήθειας και κοινωνίας-σχεσης «όταν πάντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί» καθώς έλεγε ο Δημόκριτος , φαίνεται να κατατρέχει ανεπίγνωστα ίσως και τον Μυτακίδη.

Αλήθεια και ασφάλεια δεν πάνε μαζί. Προυποτίθεται η ριψοκινδύνευση της μετοχής στη σχέση. «Μα εγώ ερωτεύτηκα μια κουρελιασμένη αλήθεια.»


«...Μα η αλήθεια βλέπεις ειναι μόνο για ν' ακούς

δύσκολα περνάει σε αμείλικτους καιρούς...»


«...Μα εκεί χαμένος στην ασφάλεια της λήθης

να φωνάζει η ψυχή του «Ρε ηλίθιε, δεν με πείθεις!»

Θέλω μια άνοιξη από δάκρυα -πίστεψε το- είναι η σειρά σου,

σ' αγαπάει η ζωή, φύγε ρε, απ' τη σιγουριά σου.

Τη σιγουριά που μου έδινες Θεέ μου, δεν πήρα ποτέ μου,

είχα παρέα τον πόνο στα ταξίδια μου εγώ...»


«...Μα εγώ ερωτεύτηκα, που λές, μια κουρελιασμένη αλήθεια,

μα δεν μάσησα απ' αυτές που σου γίνονται συνήθεια...»


«...δεν θα γιορτάζει ο φόβος με την λήθη στην άκρη

«...κι' αυτό που βγαίνει είναι τόσο αληθινό που ενοχλεί

και τους φοβίζει όλους πολύ,

γιατί ξεθάβει στο φώς ανασφάλειες πολλές

και ξεσκεπάζει τόσες κρυμμένες ενοχές...»


«...Δεν πιστεύω στην τύχη. Όταν τα ψέμματα πεθαίνουν, γεννιούνται ωραίοι στίχοι και γλυκαίνουν το μίσος στους ιχνανθρώπους ή τους πετάνε για πάντα μες στους πανέρημους τόπους...»



Τόσο στην αρχαία Ελλάδα όσο και για την αδιαίρετη εκκλησία, κριτήριο επαλήθευσης της γνώσης ήταν το αν κοινωνείται από όλους η εμπειρία που προσπορίζει τη γνώση. Η φράση «το μέλι είναι γλυκό» αληθεύει αν συνοψίζει την εμπειρία όλων όσων έχουν γευτεί το μέλι (το παράδειγμα είναι του Δημόκριτου). Αν κάποιος αποφαίνεται ότι «το μέλι είναι στρυφνόν (ξυνό)», αυτός ιδιάζει, είναι άσχετος(δίχως σχέση) με την κοινή εμπειρία και γι' αυτό ψεύδεται. Ως άσχετοι πετιούνται στους πανέρημους τόπους.

Δηλαδή το ποιός αληθεύει και το ποιός ψεύδεται δεν το καθορίζει κάποιος κανόνας, κώδικας, νόμος ή κάποια μέθοδος, αρχή αυθεντία που βρίσκεται έξω απο μάς. Το καθορίζει η πραγματικότητα κοινωνίας της εμπειρίας.

«...Είμαι αλήτης στη χώρα των θαυμάτων,

βλέπω αλήθεια εν μέσω οραμάτων...»

Ο Μυτακίδης ερωτευμένος με την αλήθεια, το γνωρίζει. Η πρόσβαση στην αλήθεια δεν περναει από την τάξη τους κανόνες και τις μεθόδους.

«...Και κάνε να 'μαι μακριά απ' αυτούς που λένε,

Πως μέσα στη ζωή αυτή το πάν είναι η τάξη...»



1.11. Ο Όμηρος γράφει στην Οδύσσεια, χ, 347-348 «Αυτοδίδακτος δ' ειμί, θεός δέ μοι εν φρεσίν οίμας παντοίας ενέφυσεν» δηλαδή «κι' είμαι αυτοδίδακτος εγώ και μύρια στην καρδιά μου άσματα εγέννησε ο Θεός...» ο Μυτακίδης σπεύδει να συντονιστεί δηλώνοντας

«...Εγώ το πιο ατάλαντο ζώο σε μια χώρα ωραίων,

σπουδαγμένων μουσικάντηδων σπουδαίων...

Εμείς βγάζουμε στο φώς ό,τι μας πρόσφερε ο Θεός»

Αυτοδίδακτος ο Όμηρος με τα τραγούδια στην καρδιά του που τα γέννησε ο Θεός και ατάλαντος ασπούδαχτος ο Μυτακίδης που βγάζει στο φώς οτι του πρόσφερε ο Θεός.

Και λίγο μετά συναντά πάλι τον πατριώτη του τον Σεφέρη που μιλά για τον Μακρυγιάννη. «Γιατί έτσι όπως μας φανερώνεται ο Μακρυγιάννης, βλέπουμε ολοκάθαρα πως αν ήταν αγράμματος, δεν ήταν διόλου ένας ορεσίβιος ακαλλιέργητος βάρβαρος. Ήταν ακριβώς το εναντίον: ήταν μια απο τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννη,δεν είναι κάτι ξέχωρο ή αποσπασματικά δικό του. Είναι κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, απο γενιά σε γενιά, απο ευαισθησία σε ευαισθησία. Κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα -είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαικής παράδοσης του Γένους.»

Μα ο θαυμασμός του Σεφέρη δεν σταματά στον ασπούδαχτο Μακρυγιάννη, αλλά συναντά και άλλον έναν «ασήμαντο ασπούδαχτο καλλιτέχνη» απαράλλαχτα όπως τον συναντά ο Μυτακίδης.

«Και όμως είναι μια συγκίνηση που προσπαθώ να ελέγξω εδώ και δεκατρία χρόνια, από την παλιά εποχή που ο Αντρέας Εμπειρίκος μου έδειξε με άπειρη ευλάβεια, ζωγραφιές του Θεόφιλου». Ευλάβεια λέξη αυστηρή και ταπεινή.

Απαράλλαχτα ίδια ο Μυτακίδης, προσδοκεί να είναι η αλήθεια κοινωνώντας, μετέχοντας με «...το πινέλο του Θεόφιλου στο αίμα» Κι' ακόμα «...Αν ο Θεόφιλος ζούσε, με τα άγια του χέρια θα ζωγράφιζε με αίμα δεκαπέντε αστέρια, στο λαιμό ένος θεριού φερμένου απο τη δύση...»

Άπειρη ευλάβεια τα άγια χέρια.



1.12. «το μη είναι μάλλον, διά το υπερείναι, ως οικειότερον επ' αυτόν λεγόμενον» λέγει ο Αγιος Μάξιμος, δηλαδή «είναι προτιμότερο να λέμε για τον Θεό ότι δεν υπάρχει, επειδή ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει είναι τελείως διαφορετικός από αυτόν με τον οποίο εμείς γνωρίζουμε την ύπαρξη.»



«...εγώ για χάρη του Θεού έμεινα μακριά του...»



«...Να φοβάσαι ασήμαντος να μείνεις,

Να θέλεις δύναμη τα πάντα εσύ να κρίνεις...»










«Στιγμές βρώμικες κι άγιες να ζώσεις

μα το μίσος αν κοιτάξεις θα πετρώσεις»



Στησαμε ονειρο μικρο φονιά



Ο φονιας συστατικο της οργανομενης κοινωνίας Ζουραρις 32 σελ.



Είμαι αλήτης στη χώρα των θαυμάτων,

ορατό αποτέλεσμα αοράτων.





ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ

Μια μπάσταρδη γλώσσα και έναν έρωτα απάτη σελ.62

Και όλες τις αρχές σου τις μηδενιστικές σελ.62

Και η γλώσσα η μίζερη, εκείνη, στα γραπτά σελ. 78

Τι ωραία η προδοσία , σου χει φτιάξει ευλυγισία,

για να σου δίνουν οι χαμένοι σημασία,

σου ζωγράφισε κι' ενα χαμόγελο στο στόμα,

σου' φτιαξε μάσκα αφού κατούρησε στο χώμα,

σ' αλλαξε τη μιλιά κι έδωσε στα πουλιά

για να μιλάνε, όσο πετάνε, την παλιά.







(Μη κρινετε ίνα μη κριθειτε)

Οι ταπεινοί τα ουράνια αγγίζουν




Μα μόνο ο Θεός μπορεί να συγχωρέσει,

έτσι είναι ευτυχώς κι όποιου αρέσει.







Και τι με νοιάζει αν είμαστε μέσα στην Ευρώπη,

εδώ και πάλι δίπλα μας πεθαίνουνε ανθρώποι.



Και κάνε Θεέ μου, να πονάω μ' αυτούς που κλαίνε

Και τότε παλι μέσα μου εγώ για να 'μαι εντάξει,

Μαζί με τις ψυχές που χαθήκαν μές στον τρόμο,

Τους κλείνω ραντεβού στον άλλο κόσμο.


Μα ανήκει σ' εμάς η σωτηρία τηςψυχής μας

Κι εκείνο το ταξίδι στην επομενη ζωή μας

Όταν θα γονατίσουμε στο Θεό μπροστά,

Θα κρίνει εκείνος τα λάθη ή τα σωστά...

...Εκεί στο ραντεβού με το δημιουργό,

κι αν πρέπει, του ζητάω μια χάρη μόνο εγώ,

να δώσει μια ευκαιρία στα χαμένα τα κορμιά

να συγχωρεθούν για τα χρόνια του εννιά


κι αυτό το βλέμμα εκεί ψηλά στον ουρανό

που συναντά το χαμένο μας Θεό,

δίνει γαλήνη μέσα στη ψυχή μας

και στέλνει δώρο στ' όνειρο τη ζωή μας.


Κι' ίσως τότε κάθε περήφανος φτωχός

Να καταλάβει, ότι για πάντα ο Θεός

Θα δίνει χρήμα σε κλέφτες και φελλούς

Για να δοκιμάζει τους καλούς

....

γιατί μεγάλωσα περήφανα φτωχός,

και κατάλαβα πως πάντα ο Θεός

την εξουσία δίνει σε ψεύτες και τρελλούς

για να δοκιμάζει τους καλούς.










Γιατί εγώ ζώ μόνο ό,τι αγαπώ

Δηλαδή ζώ επειδή αγαπώ και στο βαθμό που αγαπώ...αν δεν αγαπω δεν ζώ...αν δεν αγαπώ...δεν υπάρχω





Πρόσφυγας

Κοιτάω γύρω ξανά και ολα μοιάζουν ξένα (σ.σ. ξένα-αλλότρια)

Και να τ' αγγίξω δεν μπορώ ειναι καλά κρυμμένα.

Κοιτάω τα σύννεφα και σκέφτομαι ταξίδια,

Μα χωρίς φώς όλα τα γκρίζα στην ψυχή μου ειναι ίδια (χωρις φως-ελληνικό)

Γι' αυτο τα μάτια χαμηλώνω προς τη γή (ταπεινότητα)

Και σε καλό μου πάλι να μου βγεί (λαική ευχή)

Γιατί κι' αυτο το χώμα τώρα που πατάω,

Δε φταιω εγω, δε μ' έμαθαν να τ' αγαπάω.

Μονάχα σύμβολα τριγύρω και εικόνες,

Μασόνοι στο σκοτάδι να στήνουνε κανονες



(να αντιγραψω όλο το τραγουδι...τρομερό)


<photo id="1" />