τσολιάς.jpg

Του Νικήτα Οικονόμου απο την Εφήμερίδα "Δράσις" Ρόδος 20/02/12

Το πρωτοσέλιδο της προηγούμενης Παρασκευής δεν έκρυβε την εθνική μας περηφάνια: «η Θεσσαλονίκη πανηγυρίζει για τον αήττητο δικέφαλο».

Άσχετα αν η ομάδα μας δεν σταύρωσε μία πάσα της προκοπής στην Ιταλία, οι στραβοκλωτσιές πήγαιναν σύννεφο και εν τέλει σώθηκε από τα δοκάρια και την γκαντεμιά των Ιταλών.

Πετούσαν τη σκούφια τους οι οπαδοί και ο οπαδικός τύπος. Ούτε ίχνος αυτοκριτικής. Η αλήθεια στριμώχτηκε σε κάποιες ελάχιστες αράδες στις υποσημειώσεις του ρεπορτάζ.

Όπως και τότε, όταν οι δακρυϊκοί μας αδένες είχαν στεγνώσει στο άκουσμα του εθνοπρεπούς «για την Ελλάδα ρε γαμώτο», αφού η μελαψή δρομέας, που έπρεπε να κόψει το νήμα, μπουρδουκλώθηκε στο εμπόδιο και σωριάστηκε στο έδαφος μερικά μόλις εκατοστά πριν τον τερματισμό.

Έτσι κάναμε τα κουμάντα μας επί χρόνια. Απολαμβάναμε τις δόξες μας και τη δυστυχία των άλλων. Πάντα αραχτοί δίπλα στους ναργιλέδες, καπνίζοντας δόσεις αφασίας και φορώντας φουστανέλες.

Υπό την επήρεια του ναργιλέ μάς βρήκαν τα μαντάτα της χρεοκοπίας.

Μόλις σήμερα συνειδητοποιούμε τις αλήθειες που πίναμε μονορούφι και προσποιούμασταν τους τυφλούς.

Φτωχοί πάντα υπήρχαν. Στους κάδους απορριμμάτων πάντα κατέφευγε ο πεινασμένος Έλληνας. Θα είναι ψεύτης εκείνος που δεν ανακαλεί, έστω σήμερα, στη μνήμη του μια τέτοια εικόνα από τη γειτονιά του.

Πάντα υπήρχαν γονείς που δύσκολα κατάφερναν να εξασφαλίσουν ένα πρωινό της προκοπής στο παιδί τους ή ένα κολατσιό για να πάρει μαζί του στο σχολείο. Στο διπλανό σπίτι, στα "εργατικά" εκεί απέναντι.

Βίντεο και φωτογραφίες δεν υπάρχουν από τότε, διότι τα κανάλια και οι φωτορεπόρτερ δεν πήγαιναν να καταγράψουν το δράμα και να το αναδείξουν.

Σήμερα στήνουν καραούλι στους κάδους, τολμούν να απαθανατίσουν τον άστεγο, ή υποκλέπτουν (στην αναβροχιά) κάποιο σχετικό στιγμιότυπο από τη Λατινική Αμερική για να το πουλήσουν σαν ...;ελληνικό.

Μόλις σήμερα οι «θεσμικοί» των πρωινάδικων (με επίσημες πλέον αναφορές στα πρακτικά της Βουλής), όψιμα ανανήψαντες, βρίσκουν χρόνο για εκλάμψεις μιας νέας ταπεινοφροσύνης.

Στέκονται με προσοχή και με δεμένα τα χεράκια απέναντι στον Μίκη και τον Γλέζο, τους οποίους ανακάλυψαν, διότι τώρα διαπιστώνουν ότι «κάτι έχουν να πουν».

Μέχρι προχθές, έβγαζαν μαχαίρια για το ποιος θα βγάλει πρώτος, με το πρώτο φως της ημέρας, τους Ψωμιάδηδες. Κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, την ίδια ώρα - σαν αντιβίωση.

Δεν 'θέλαν τις αλήθειες. Προτιμούσαν να ψάλλουν τον εθνικό ύμνο και να σαχλαμαρίζουν για τους Μεγαλέξανδρους.

Σήμερα καθυβρίζουμε το «μπουρδέλο» τη Βουλή, τη Βουλή των «κλεφτών», των «ανίκανων» και των «εξωνημένων».

Λες και οι «εξαδάκτυλοι» βιβλιοπώλες με φόντο της Καρυάτιδες και οι πρώην ροπαλοφόροι (όλοι μετακόμισαν στον Σαμαρά), οι μοντέλες και οι σταρ των σήριαλ, τα σέντερ μπακ και τα «γομάρια», μπούκαραν σαν διαρρήκτες στο Κοινοβούλιο από τον φωταγωγό της Βουλής.

Αυτούς επιλέξαμε τότε για να «ανανεωθεί» το πολιτικό σύστημα. Τώρα δεν μας αρέσουν ούτε αυτοί, ούτε οι άλλοι που σαν ζόμπι περιφέρονται ακόμη, χρόνια και ζαμάνια, από έδρανο σε έδρανο.

Ανοίξαμε πλέον τα μάτια και είμαστε στο λάκκο με τα φίδια. Δεν μας αρέσει το ψέμα που εμείς κατασκευάσαμε και πάμε στο άλλο άκρο ...;

Μεταμελημένοι, αναζητούμε τον «καταλληλότερο» για να μας κυβερνήσει ανάμεσα στους ελάχιστους σεβάσμιους που διαθέτει το πολιτικό μας προσωπικό.

Είναι κι αυτό μία διέξοδος, με μια παρατήρηση: χρήσιμοι βεβαίως οι σεβάσμιοι και σοβαροί, χρησιμότεροι όμως αυτοί που ξέρουν να κάνουν τη δουλειά.

Πονάει η αλήθεια, αλλά ας την πούμε επιτέλους...