gennimatas.jpgΣαν χθές 25 Απριλίου 1994 έφυγε απο την ζωή ο Γ. Γεννηματάς.  Αν μπορούσα έγω να γράψω δύο φράσεις για αυτόν τον άνθρωπο θα ήταν και αυτές δικές του. 

" Eγώ πιστεύω στο όραμα, εγώ πιστεύω στο όνειρο, ξέρω ότι δεν θα γίνει επί ημερών μας, ξέρω ότι αυτό θα ανήκει στα παιδιά των παιδιών μας, αλλά πιστεύω σ' αυτό , λένε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας και της Ελλάδος είναι απρόσμενο, εγώ λέω ότι απρόσμενο είναι γι' αυτούς που δεν προβλέπουν, γι' αυτούς που δεν προσβλέπουν, και τα δύο, γι' αυτούς που δεν έχουν όνειρο. Θέλω να μαι απ' αυτούς που έχουν όνειρο, που έχουν όραμα και θέλουν ναι γίνει πράξη το όραμά μας.''



Ακολουθεί ένα άρθρο του Βασίλη Πιερρακέα, δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Το Βήμα της Μάνης», Μάιος - Ιούνιος 1994.

Όχι, δεν μπορείς να του πεις, πως οι περήφανες κορφές των μανιάτικων βουνών ψήλωσαν περισσότερο για να κρύψουν τον πόνο τους στα σύννεφα, θα 'παιρναν το σοβαρό τους τα πάντα γελαστά μισόκλειστα ονειροπόλα μάτια του, και θα σου 'λεγε: Έλα τώρα ας μη λέμε και υπερβολές τα βουνά μένουν πάντα ίδια, δεν ψηλώνουν.

Όχι, δεν μπορείς να του πεις πως οι δροσοσταλίδες στα φυλλώματα είναι τα δάκρυα των μανιάτικων δέντρων για το χαμό του και πως αυτό το θρόισμα που ακούγεται είναι ο ψίθυρος του μαντάτου κι ο θρήνος του αναπάντεχου. θα σ' αγκάλιαζε με κείνο το ζεστό απόκοσμο κι ανθρώπινο μαζί χαμογελαστό του βλέμμα και θα σου 'λέγε: Καλά τώρα όλοι το ξέρουμε πως τα δέντρα δεν δακρύζουν, ούτε ψιθυρίζουν μεταξύ τους, ούτε θρηνούν ας μιλήσουμε για πράγματα που μπορούν να συμβούν.

Όχι δεν μπορείς να του πεις πως η Ελλάδα αλαφιασμένη, με κάτι μάτια αγνώριστα απ' το κλάμα, κατηφόρισε στη Μάνη, για να παρηγορήσει και να παρηγορηθεί, μα δεν την βρήκε πουθενά, γιατί ήταν κλειδαμπαρωμένη και βουβή γιατί τα μάτια πώς να τα δείξεις στερεμένα, όταν υπάρχουν για να κλαίνε; Θα σε κοίταζε ίσια στα μάτια, μ' εκείνη τη μοναδική του πειστικότητα και θα σου 'λεγε απλά και σοβαρά, αλλά και με το μόνιμο χαμόγελο της συγκατάβασης: Αυτές κι οι δυο που μου λες, καλό είναι να μάθουν πως έχουν άλλα σοβαρότερα να κάνουν.

Μπορείς όμως να του πεις πως θα 'θελες να μοιραστείς μαζί του την αγωνία του για την Ελλάδα που αγάπησε, μπορείς να του πεις πως θα προσπαθήσουμε όλοι οι. Έλληνες, χωρίς μίση και αντιπαλότητες, να δημιουργήσουμε την Ελλάδα που ονειρεύτηκε, μπορείς να του πεις πως όλοι μαζί θα φροντίσουμε να μην πάνε χαμένες οι υποθήκες του, αλλά να γίνουν πράξεις ζωής, να μην πάει χαμένο το παράδειγμά του, αλλά να γίνει μονόδρομος προς ένα μέλλον με όραμα και προς μια προοπτική με ελπίδα και μπορείς να του πεις πως η βραχνή, ζεστή και παλλόμενη από πρωτόγνωρο συνδυασμό δυναμικότητας κι αγάπης αξέχαστη φωνή του, θα ακούγεται όπου υπάρχει Ελλάδα, θα ακούγεται και θα ξεσηκώνει τις καρδιές, θα δυναμώνει τη θέληση, θα στρατεύει τη σκέψη και θα κάνει το τρίπτυχο το δικό του, μοναδικό κι αθάνατο: «Αγώνας, αγώνας, αγώνας».

Τότε είναι σίγουρο, πως στην Αχερουσία θα ταξιδεύει ένας ευτυχισμένος ταξιδιώτης. θα 'χει τα μάτια τα ονειροπόλα μισόκλειστα και θα γυρίζει, κάθε τόσο, το κεφάλι προς τα πίσω. Κι η βραχνή κι απόκοσμη φωνή του θ' ακούγεται μαζί με τον αχό του Αχέροντα: «Θεέ μου ας αργήσουν να χαθούν στο βάθος του ορίζοντα η Μάνη, η Σύμη, η Ελλάδα...».