25 Φεβρουαρίου 1973
Σαν σήμερα... όχι απλά για ένα ζεϊμπέκικο...
Σαν σήμερα... για την φανέλα της αξιοπρέπειας,
Σαν σήμερα... αυτόματη αντίδραση στον τύρανό που νομίζει πως μπορείς να αντέχεις κι άλλο, κι άλλο..
Σαν σήμερα... τα όρια ενός ανθρώπου φτωχού, απλού, λαϊκου, καθημερινού χωρίς κανένα ντοκτορά, χωρίς κονέ, ξεπεράστηκαν... το σκυφτό κεφάλι μη αντέχοντας να σκύψει περισσότερο πετάχτηκε σαν σούστα πάνω...
Σαν σήμερα .
Σαν σήμερα τρείς άνθρωποι έπαθαν αυτό που οι ίδιοι έστω και με το πρόσχημα της "εκτέλεσης διαταγών" έκαναν σε έναν άνθρωπο επι 35 χρόνια. Να στερήσουν τη ζωή.
Σαν σήμερα... το "αρκετά ρε" άλλαξε και πήγε και τρύπωσε σε μια άλλη λέξη, άσχετη...
"Παραγγελιάαα"
(τα πάντα έχουν και ένα όριο μάγκες..)
"Για αυτό σου λέω... την αλλη φορά που θα μας ρίξουνε,
να μην την κοπανήσουμε, να ζυγιαστούμε,
να μη ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρεεεε !"
........ Μια ιστορία μεγάλης φτώχειας - της χειρότερης ίσως δυνατής που θα μπορούσε να βιωθεί στην οικονομικά κατεστραμένη τότε ελληνική επαρχία. Ο Νίκος Κοεμτζής παρουσιάζει τον εαυτό του ως νέο Όλιβερ Τουίστ - είμαστε, όμως, σχεδόν σίγουροι ότι δεν έχει διαβάσει ποτέ μέχρι τότε το βιβλίο του Καρόλου Ντίκενς! Ο πατέρας του είχε χαρακτηριστεί κομμουνιστής γιατί είχε βγει στο βουνό με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Το 1945 οι «χωροφύλακες» κυριολεκτικά «σπάζουν στο ξύλο» τον πατέρα του μικρού Νίκου μπροστά στα παιδιά του μα και τον -ανάπηρο από τον πόλεμο του 1913- παππού του. Από τότε ο Νίκος Κοεμτζής σιχαινόταν όποιον φορά στολή, όπως λέει. Ο πατέρας του μπαίνει φυλακή ως πολιτικός κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και μετά την αποφυλάκισή του η πολυμελής οικογένειά του μετακομίζει κυνηγημένη «από χωρίου εις χωρίον» κάνοντας αγροτικές εργασίες για να εξασφαλίσει τα προς το ζην.
Η φτώχεια τον οδηγεί στη Θεσσαλονίκη όπου περνά την εφηβεία του και κάνει διάφορες δουλειές (γράφει ότι επειδή ήταν "ξύπνιος και καταφερτζής" είχε πετύχει να γίνει το καλύτερο «μαναβάκι» της αγοράς). Έπειτα -το 1958- κατεβαίνει στην πρωτεύουσα. Αρραβωνιάζεται αλλά ο αρραβώνας διαλύεται γιατί η Αστυνομία δημιουργεί προβλήματα στην ευηπόληπτη οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς του εξαιτίας του και επειδή δεν δέχεται να γίνει «ρουφιάνος της Αστυνομίας».
Ο εργοδότης του δεν του δίνει τα λεφτά που του χρωστάει ...; ο Κοεμτζής κάνει "μήνυση" (μάλλον εννοείται αγωγή) και το δικαστήριο συνεχώς αναβάλλεται. Τότε τον κλέβει ... και μπαίνει φυλακή. Εκεί υφίσταται σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια (ας μην ξεχνάμε ότι μιλούμε για την περίοδο της δικτατορίας) ... μόλις λίγα χρόνια μετά η περιπτωσή του θα αποτελέσει ίσως την κλασσικότερη επιβεβαίωση της παραδοχής ότι «η βία γεννά βία»....
"Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη.
Τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά, «Δικό μου το κομμάτι!»
Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν.
Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα."
Στοές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε ποιο στενό κελί;
Ψηλά με πέπλα αίματος, χλιμίντριζε η Σελήνη
-Δεν έχει ελπίδα, ελευθερία δεν ζητά, αλλά δικαιοσύνη-
Γεννήθηκε σ΄ ένα λασπότοπο, κοντά στην Κατερίνη.
Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλιστρούν στου Άδη το πανί.
Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος, τον άλλον λέγαν Δημοσθένη...
Βουβός δεσμός, εικόνα παιδική, σε άλλο χρόνο αναφλεγμένη.
Ο γέρος του είχε κρυψώνα το βουνό απ΄ το σαράντα πέντε
κι οι χωρικοί απ΄ τον φόβο των αρχών μακραίναν κι απ΄ τον γιο.
Κι αυτός τους έβλεπε στρωμένους στην δουλειά και μέσα του άναβε η μανία
του στριμωγμένου ανάμεσα στο πλήθος και την αστυνομία.
Ώσπου μια μέρα χωρίς αποσκευή, τσουλώντας της τρύπας του την ρόδα
κυλάει απ΄ την Μακεδονία ως εδώ, κι ακόμα που θα βγει;
Θα φεύγει πάντα για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία,
για τους φυγάδες αυτός ο ουρανός είν΄ η παρανομία.
Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας
Δυο καταδίκες, έξι χρόνια για κλοπή, τον είδα όταν βγήκε.
Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ΄ την τρέλα, όχι για να σωθεί,
αλλά για να την σώσει, αν μ' εννοείς ...; να, λόγου χάρη, ήθελε γάμο
και τότε τού ΄παν «έλα σε μας για να προδώνεις». Δεν δέχθηκε στιγμή!
Κι απ΄ την βαθειά των υπογείων τους την λύσσα, κατέφυγε στην επαρχία,
μα όπου κι αν πήγε, το σήμα είχε σταλεί, στην Σαλονίκη τον τσακίσαν.
Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανάρθε στην Αθήνα, και τότε πιάσαν την μνηστή του ...;
της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι γονείς, ώσπου διέκοψε μαζί του.
Κι ωστόσο ζούσε τελείως σοβαρός, υπνοβατώντας σ΄ ένα κράτος
που θριαμβεύει με μιαν ατέλειωτη στριγκλιά -διαφυγή καμιά-
κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουξίδικων το γκέτο,
βαθιά εικόνα, που η έκσταση εκεί ακόμα λειτουργεί.
«Ν΄ ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ΄ αδελφάκι μου υψωμένο
να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω»
Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο
«Παραγγελιά», και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν
κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη.
Καθώς ανέβαινε, η πίστα ήταν γεμάτη, ακούστηκε να ουρλιάζει:
«Παραγγελιά!» γιατί το είδε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει.
Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη.
Τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά, «Δικό μου το κομμάτι!»
Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν.
Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα.
Έξω απ΄ την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί, γιατί του το ΄χαν διαλύσει.
Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στην φρικαλέα ατραξιόν του
με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου.
Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου.
Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου» τραβώντας κιόλας το λεπίδι.
Τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν με μια ταυτότητα να σκύβει.
Σφαχτήκαν τρεις, μαχαίρωσε άλλους έξι, φωνές: «Ανοίχτε, θα μας σφάξουν!»
Τραβώντας έξω τον μικρό παραμιλούσε: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν ...;»
Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο;
Μετά κατέφυγε στο σπίτι ενός γνωστού, μα ένιωσε ότι θα τον δώσουν
«Θα φύγω,» είπε, «με μια βάρκα ν΄ ανοιχτώ, φουρτούνες να με πνίξουν.
Να τρελαθούνε, που Νίκο να γυρεύουν, και Νίκο να μην βρίσκουν!»
Μα όπως βγήκε τους είδε σαν βαλέδες, ο ένας με τις χειροπέδες.
Τον εκυκλώσαν, βγαίναν απ' τα γύρω μέρη, κρεμόταν η ζωή του
από ένα νήμα που δεν θα ΄δινε σ΄ αυτούς, και πέταξε μαχαίρι.
Να αναγκαστούν να τον σκοτώσουν οι αστυνόμοι, μα εκείνοι τού ΄ριχναν στα πόδια.
Σερνόταν κι έβριζε ώσπου ένας ταβερνιάρης, του ΄δωσε μια με ένα καδρόνι...
Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος;
Ο Τύπος πάντως τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος.
Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί ...; παράξενο δεν ήταν:
η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ΄ αυτόν, μιαν άλλη απειλή.
Το ΄παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου,
μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει: «Πού να σου εξηγώ ...;»
Δεν είχε μάρτυρες εκτός τ΄ αφεντικό και τη νοικοκυρά του.
Οι δικηγόροι λέγαν ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του.
Νίκο, χωριό συσκοτισμένο
Νίκο, ποιοι σ΄ έχουν κυκλωμένο;
Ο ίδιος ξέγραψε απ΄ αρχής τον εαυτό του, το είπε: «Πρέπει να πεθάνω!»
Μπήκε στον κόπο δηλαδή των δικαστών, μα αυτοί δεν μπήκαν στον δικό του.
Καθώς διηγόταν την ζωή του [σε κουφούς], θαρρούσα δεν θ΄ αντέξω.
[Το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα εκεί, μα η δικαιοσύνη ήταν απ΄ έξω.]
Στα γράμματά του από την φυλακή, ο βίος δεν διαφέρει ...;
ασφυκτιούσε σαν ζώο μυθικό, εδώ όσο κι εκεί.
Μην είναι τάχα ένα ρίγος παραπέρα, που δείχνει απόσταση απ' το δράμα
και μεταφέρει σαν ιπτάμενο ένα θαύμα, της δικαιοσύνης την γαλέρα;
Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει.
Τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, τον βλέπω σε αργές στροφές
σαν μια Θεότητα που λύει τον πανικό της και διαστέλλεται ξεσπώντας
στ΄ ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού, που βιάζουν το άσυλό της.
Η ουρά που αυξαίνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει, με τον ζουρλομανδύα
και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει, θα λάβει ότι της αξίζει
στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία,
στην τακτική δουλεία του δικαστή, που δεν καταλαβαίνει.
Νίκο, ποτέ δεν θα ΄ναι έτσι.
Νίκο, είν΄ η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ΄ το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.
Θεοδωρος Καραγιάννης
Παρακαλώ αφήστε το σχόλιο σας εδώ