Κατά την φιλοσοφική δοξασία του Louis-Claude de Saint-Martin, ο άνθρωπος, εκπορευθείς από τον Θεό αλλά ευρισκόμενος εν πτώσει, οφείλει να πραγματοποιήσει την συμφιλίωσή του με τον Θεό, με σκοπό την τελική του αποκατάσταση στα πρωταρχικά του δικαιώματα τα οποία κατείχε προ της πτώσεως.

Το ότι δεν είμαι οπαδός αυτής της προσέγγισης, αν και δεν είναι απαραίτητο, οφείλω να το καταθέσω προς αποφυγή παρεξηγήσεων μιας και ο εμπνευστής αυτής της δοξασίας ο Louis-Claude de Saint-Martin και η θεωρία του ο Μαρτινισμός αποτελεί μια από τις κυρίαρχες εκφράσεις του ευρωπαϊκού ιλλουμανισμού.

 

Τολμώ όμως να παραφράσω ένα κομμάτι της θεωρίας του και να το χρησιμοποιήσω ως όχημα σε έναν προβληματισμό πάνω στην εξωφρενική ανημποριά του σημερινού πολιτικού τοπίου δημιουργημένου από έναν πολιτικό πολιτισμό που αδυνατεί έστω και να τολμήσει να εντοπίσει σε αρχική φάση, να αναλύσει και να αποδεχτεί στην συνέχεια, επιχειρώντας στο τελικό στάδιο αυτής της διαδικασίας να καταπολεμήσει, την παραλυτική αναξιοσύνη του.

 

Ο διαχωρισμός και ταυτόχρονα η κατάταξη που κάνει ο Μαρτινισμός βάσει της πνευματικής εξελίξεως του ανθρώπου, είναι τα παρακάτω ξεκινώντας από το χαμηλότερο στάδιο :

 

Ο Άνθρωπος του Χειμάρρου. Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ο οποίος άγεται και φέρεται από τις περιστάσεις.

Ο Άνθρωπος της Επιθυμίας, δηλαδή ο άνθρωπος ο οποίος αισθάνεται μέσα του διακαώς την επιθυμία προς τα πνευματικά και αρχίζει να εργάζεται για την πνευμάτωσή του.

Ο Νέος Άνθρωπος πρόκειται για τον αναγεννημένο άνθρωπο, τον "καινόν" άνθρωπο

Ο Άνθρωπος-Πνεύμα ο αποκατεστημένος πλέον άνθρωπος, ο οποίος έχει αρχίσει να εκπληρώνει τα αρχέγονα καθήκοντά του ως θείου λειτουργού.

 

Επιχειρώντας πάνω σε αυτή την δυτικότροπη προσέγγιση να ταιριάξουμε και να χαρακτηρίσουμε τους πολιτικούς μας άρχοντες είναι καταφανές πως βρισκόμαστε μπροστά σε πολιτικούς του Χειμάρρου. Παρενθετικά σημειώνω πως θεωρώ επιβεβλημένη την επισήμανση της αδυναμίας της συγκεκριμένης θεωρίας να καθορίσει ένα ακόμη κατώτερο επίπεδο αυτό της πλήρους αφασίας.

 

Ξεκινώντας και επιμένοντας σε αυτό το τόλμημα είναι κατά κοινή ομολογία ζητούμενη η μετάβαση στα παραπάνω-ανώτερα στάδια, έστω σκαλί-σκαλί και μπουσουλώντας, των πολιτικών μας αρχόντων.  Σημειωτέο δε πως κρίνω ανεπίτρεπτη την παράληψη ή την παράκαμψη οποιουδήποτε επιπέδου.

 

Οφείλει λοιπόν ο κάθε εκφραστής του πολιτικού μας βίου, ανεξάρτητα από το πόστο και την βαθμίδα του, να μεταβεί ως θεσμός -που αντιπροσωπεύει έναν ενδόξου και περιούσιου πνευματικού παρελθόντος έθνος-, από το πρώτο στάδιο στο δεύτερο. εντοπίζοντας καταρχάς απλά και μόνο την θέση του.  Την πραγματική του διάσταση στον κοινωνικοπολιτικό χωροχρόνο δηλαδή.

Αυτή ταξινομείται στο πρώτο επίπεδο. Το νηπιακό κατά την άποψη μου.

Ο πολιτικός λοιπόν που θέλει να λέγεται και να ονομάζεται ηγέτης ενός Ελληνικού Έθνους με ότι αυτό μεταφέρει ως προίκα (αν και θα ήταν υπεραρκετή η παρακαταθήκη του Πλάτωνα) θα πρέπει κατ' απαίτηση του κόσμου που αντιπροσωπεύει να εκφράζεται και να κινείται με μια πιο υπερβατική στόχευση, έστω και σε πείσμα των καιρών.

 

Σε μια εποχή που η αξιοπρέπεια εκλιπαρεί γονυπετής για την επιβίωση της την επικίνδυνη, θεριεμένη και άγρια όμοιο-κρατία που παράγει ενσυνείδητα η κομματοκρατία, είναι μόνο ο πολίτης αυτός που κρατάει στα χέρια του το ξόρκι για την διάσωση της.

 

Φαίνεται όμως πως οι ρίζες του κακού έχουν και βάθος και πλάτος. Σε συνδυασμό με το εγκεφαλικό ανεύρυσμα που προκαλεί στην ελληνική κοινωνία η κατάποση του τηλεκοντρόλ και η δεδομένη μας οκνηρία αντιμετωπίζουμε το εξής παράδοξο : Όλοι να θέλουμε να αλλάξει κάτι, εντοπίζοντας ως αρχική συνθήκη αυτής της αλλαγής την αλλαγή του επιπέδου που προαναφέραμε στους εκπροσώπους μας, αλλά από την άλλη απαιτούμε από αυτό το οποίο θα αποτελέσει την αλλαγή να έχει τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά με το προηγούμενο !  Ίδιο στήσιμο. Ίδια λαλιά. Ίδιες μονόλεπτες ατάκες. Και το χειρότερο, ίδιες στρογγυλεμένες απόψεις.

Τον θέλουμε «άνθρωπο» τον εκπρόσωπό μας, τον καπετάνιο της κοινωνίας μας, αλλά επιλέγουμε ρομπότ καθαρά και αποστειρωμένα  Αυτό δηλαδή που παράγει ο image maker που λέμε.  Δεν αποζητούμε δηλαδή την οποιαδήποτε ουσιώδη ποιότητα αλλά την φαινομενική και την κατ' επίφαση.

 

Επιθυμούμε, ψηφίζουμε και στηρίζουμε δηλαδή, και στα χαμηλά και στα υψηλά κλιμάκια τον πολιτικό-βιτρίνα σε όλα τα επίπεδα και όλες τις εκφάνσεις, να μιλάει και να μην εννοεί τίποτα, να αναπνέει αλλά να μην ζει, να φωνάζει αλλά να μην αντιπαρατίθεται σε κατεστημένα. 

Επιθυμούμε δηλαδή να είναι δηλαδή όλοι κωμικοτραγικά ίδιοι, στυγνοί επαγγελματίες της εξουσίας.  Αυτό υποστηρίζουμε με τις επιλογές μας ασχέτως αν ωρυόμαστε πως «είναι όλοι ίδιοι».

 

Ακόμα και τους νέους και άφθαρτους (σε μεγάλη κλίμακα πολιτικών δείτε τον Τσίπρα) αυτή η νοοτροπία είναι που τους θέλει -και τελικώς επιτυγχάνει- να τους καθιστά απίστευτα άνευρους και καχεκτικούς ακόμα και στον τρόπο που εκφράζονται. Γιατί έτσι θέλει ο κόσμος, και γιατί κάποιοι αυτόν τον κόσμο τον γαλούχησαν έτσι.

Ανατροπή λοιπόν της δεδομένης κατάστασης και επανάσταση συντελείται, όπως μας μαθαίνει η ιστορία σε πλείστα παραδείγματα, την χρονική εκείνη στιγμή που ο όποιος ηγέτης και ο όποιος λαός κινηθεί υπερβατικά. Χωρίς όμως να είναι αναγκαία συνθήκη η σύνθεση των δύο αυτών προϋποθέσεων. «Υπερβατικά» δε, δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το να βρεθεί μια ολόκληρη κοινωνία δύο βήματα πιο μπροστά από το όποιο καθεστώς.

 

Προς το παρόν όμως όλοι αρκούμαστε σε μια απαράδεκτα μοιρολατρική αντιμετώπιση και όταν έρθει η ώρα να κάνουμε την παραμικρή κίνηση που θα ταράξει λίγο τα νερά και που ενδεχομένως μας πονέσει, που ίσως ακόμα και να την πληρώσουμε, δεν το κάνουμε.  Μεταθέτουμε την ευθύνη και το τόλμημα σαν τους γιους του Κωνσταντάρα στην ελληνική ταινία όταν τους ζήτησε ο πατέρας τους ένα ποτήρι νερό γιατί πνιγόταν.

 

Είναι θλιβερό όμως σε κοινωνίες που πνίγονται, το πρόσταγμα αυτό για νερό καθάριο να πηγαίνει απλά στον επόμενο. Στον όποιο άλλο.

Και είναι κρίμα μέγιστο αυτή η οκνηρία και η μετάθεση της ευθύνης ειδικά σε μια εποχή που -με τους αγώνες κάποιων- η αντίσταση δεν πληρώνεται πια με την ζωή σου αλλά απλά με την διατάραξη  της ψυχικής σου ηρεμίας.

Πιστέψτε με όμως πως είναι ελάχιστο αυτό το κόστος απέναντι στην πραγματικά βιωμένη ελευθερία και την αξιοπρέπεια μας.

 

Ξαναδιαβάστε λοιπόν το κείμενο θεωρώντας, ή αν θέλετε αξιωματικά δεχόμενοι, πως πολιτικά όντα είμαστε όλοι.  Και σαν τέτοια οφείλουμε να ανήκουμε -αφού το ιδρύσουμε στην συνείδηση μας- το κόμμα των «Νουνεχών» αφού συνειδητοποιήσουμε πως πολεμάμε με συμμάχους 7-8 κόμματα ευνούχων. Με ένα λαχάνιασμα στην σκέψη και στις πράξεις που θα έλεγε και ο Άκης Πάνου.

 

Καλημέρα

Θόδωρος Καραγιάννης - Ρόδος

saita@email.com