Όταν οι παντοδύναμοι Ρωμαίοι είχαν κατακτήσει τον κόσμο και είχαν υποτάξει λαούς, έθνη και κοινότητες με την υποστήριξη πάντα των θρησκευτικών ηγετών τα πράγματα κυλούσαν «ήσυχα» και «ήρεμα» αφού οι συγκεκριμένοι λαοί αφημένοι στην μοίρα τους περίμεναν το ...; θαύμα.
Κάποιοι συγκεκριμένα είχαν μπολιαστεί με τον ερχομό λέει του Μεσσία. Κάποιου δηλαδή που θα ερχόταν από το πουθενά να τους σηκώσει από τα κρεβάτια τους μετά από τον καθημερινό κάματο για την απλή επιβίωση (όχι για χλιδάτα αυτοκίνητα) και να τους έχει το πακέτο έτοιμο. Να έχει διώξει τους Ρωμαίους, να τους έχει αποκαταστήσει την μιζέρια της καθημερινότητας και να διάγουν εφεξής βίο ζηλευτό και περιούσιο. Τρομάρα τους.
Πετάγεται τότε ένας μαλλιάς, μουσάτος χωρίς λούσα, ρομφαίες και βασιλικούς μανδύες. Ρακένδυτος, ως έσχατος άνθρωπος, ζωντανή απόδειξη και ηχηρό μήνυμα πως Μεσσίας είναι η κάθε μονάδα που συντελεί στο σύνολο που ονομάζουμε ανθρωπότητα. Διαμηνύοντας τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο από την ανάγκη να αναλάβει ο καθένας προσωπικά την ευθύνη να ανακαλύψει, να προσδιορίσει και να αγκαλιάσει τον άνθρωπο μέσα του.
Αφού λοιπόν ξεκαθαρίσουμε με το μέσα μας, τις ανάγκες δηλαδή , τις συνήθειες μας τα συμπλέγματα και τις πηγές αυτών, τότε επεκτεινόμαστε και στην σχέση μας με τον άλλον σίγουροι πια πως η ποιότητα της σχέσης μας με αυτόν περνά από το φίλτρο της δικής μας υπαρξιακής συνειδητότητας. Φίλτρο αλάνθαστο, πάντα κατά την προσωπική μου ταπεινή άποψη.
Μεγάλος μάλλον ο πρόλογος μόνο και μόνο για να καταλήξω απλά και μόνο στην δήλωση πως θα αντιγράψω την μεθοδολογία του συγκεκριμένου μαλλιά στην επικοινωνία. Αυτή των παραβολών.
Στην σημερινή εποχή της ατάκας και της εικόνας ίσως να είναι αυτή η πλέον καίρια μέθοδος για να απαντήσεις και να πάρεις θέση.
Είναι λοιπόν κάποιες ιστορίες που μου έρχονται αυτόματα στο θυμητικό κάθε φορά που υπάρχει ερέθισμα στον εγκέφαλο που κουβαλάει η «νεόκοπη σαλταρισμένη» ύπαρξη μου που χρειάζεται μάζεμα κατά την κρίση έμμισθων ανώνυμων κονδυλοφόρων.
Έρχεται λοιπόν στο νου και με τσιγκλάει ο Καραϊσκάκης ...; που αφού έβγαλε τα κάστανα από την φωτιά και έκανε το χρέος στην πατρίδα με το κατά πως το αντιλαμβανόταν ο άνθρωπος, πήρε το ευχαριστώ του με μια ωραία δίκη που του στήσανε ...;...και όταν εκείνος αρματωμένος παρουσιάστηκε μπροστά τους για να δικαστεί τους είπε: «Γιατί μωρέ με φέρατε εδώ; Ποιο παράνομο έκανα;» Εκείνοι κίτρινοι από ντροπή, δειλά του είπαν: «Για τη γλώσσα σου θα σε δικάσουμε Καραϊσκάκη». Τότε εκείνος απάντησε: «Φτου σας μωρέ, γιατί αν με δικάσετε για τη γλώσσα μου, εφτά ζωές να είχα, δεν θα τη γλύτωνα. Το έχω χούι μωρέ. Δεν είμαι όμως κακός Έλληνας εγώ».
Τότε ένας δικαστής του είπε: «Καραϊσκάκη σου είπαμε να το κόψεις αυτό το χούι».
Και ο Καραϊσκάκης απάντησε: «Κυρ - Πάνο είσαι περίπου 70 χρονών. Σου έχω πει πολλές φορές να κόψεις το χούι που έχεις να γκαστρώνεις τις τσούπρες. Εσύ όμως δεν τό 'κοψες».
Και συνέχισε: «Εσείς μωρέ δεν βλέπετε τις προστυχιές που κάνετε με τους αγάδες και τους μπέηδες ;" Έκανε μεταβολή και έφυγε.
Προτιμότερο είναι λοιπόν, εφόσον θεωρούμε αυθαίρετα και αξιωματικά πως είμαστε συνειδητοποιημένες μονάδες, πρώτα να κατανοήσουμε πέρα από την δική μας βολή τα πράγματα, να ξεκολλήσουμε από το οπαδικό και συντεχνιακό πνεύμα, να εντοπίσουμε τα προβλήματα, να αποδεχθούμε τις ευθύνες που μας αναλογούν και κατόπιν ξελαφρωμένοι από τα βάρη των ανούσιων αντιπαραθέσεων και συμπλεγματικών αναφορών μας να αναλάβουμε το χρέος του καθορισμού του τρόπου συμβίωσης μας. Αυτό είναι πολιτική όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ.
Το στοίχημα λοιπόν των «σαλταρισμένων» είναι να πάψουμε να είμαστε τέτοιοι.
Αυτό που περιμένουμε από αυτούς που μας μέμφονται είναι μια καλή δικαιολογία για να δούμε τα πράγματα με άλλο μάτι. Όχι του στυλ «έτσι είναι τα πράγματα», όχι του «θα συνηθίσετε και εσείς» γιατί τριανταπέντε χρόνια το μοτίβο αυτό σε εμένα προσωπικά δεν έπιασε.
Και δεν θα πιάσει όταν αδυνατώ να αντιληφθώ γιατί η κόρη σου αγαπητέ αναγνώστη που τσακίστηκες σε δυο και τρεις δουλείες για να την μεγαλώσεις πρέπει να σέρνεται στο κρεβάτι του κάθε πράσινου, μπλε και κόκκινου Γενικού για να πάρει μια δουλειά.
Γιατί ενώ τσακίζεσαι στο μαγαζάκι που άνοιξες, για να βγάζεις χωρίς να έχεις την ανάγκη κανενός κερατά το ψωμί σου, έχεις για αντιπάλους μεγαθήρια που χρηματοδοτούν και χρηματοδοτούνται από κυβερνήσεις κανάλια και εφημερίδες σε ένα ατελείωτο πανηγύρι συναλλαγής με απίστευτα ποσά.
Και καλά ρε αναγνώστη να φάνε, να χαρούνε αφού τα φράγκα και η εξουσία είναι τα βασικά συστατικά για να καθορίσουν την ύπαρξη τους. Αφού χωρίς αυτά είναι αόρατοι και μόνο μέσα από αυτά υπάρχουν. Αλλά όχι να τρώνε τα λεφτά σου και να σου λένε πως η δωρεάν υγεία σε όλα τα επίπεδα, η δωρεάν παιδεία και η αξιοπρέπεια σου είναι είδος πολυτελείας και να στο στερούν.
Πήγες ρε συ ποτέ σε σούπερ μάρκετ που να δίνεις 300 ευρώ το μήνα με το έτσι θέλω και να φεύγεις με άδεια χέρια ; Κι αν συμβεί ποτέ δεν θα σαλτάρεις ; Δεν θα κάτσεις στην πόρτα να φωνάζεις σαν τρελός σε όποιον πάει να μπει μέσα πως μέσα βρίσκεται μια συμμορία κλεφτών που μοιράζει φείγ βολάν με προϊόντα στο σπίτι σου και όταν τα αγοράσεις διαπιστώνεις πως μόνο η συσκευασία είναι ωραία και πλουμιστή αλλά μέσα τα κουτιά δεν έχουν τίποτα ;
Ποιος σου είπε πως το μαγαζί αυτό θα πρέπει να το διαχειρίζονται μόνο επαγγελματίες εξουσιαστές ;
Ποιος είναι αυτός που σε κάνει να θεωρείς πως κάποιος εκφέρει γνώμη και αντιπολιτεύεται μόνο αν και τα δύο στα εγκρίνουν για να στα ταΐσουν τα συμφέροντα. Κι ας έχει πει κάποιος στις 7/1/08 ««Δε φοβάμαι διάσπαση - θα σπάσω τα μαγαζάκια» κι ας έχει πει το 2003 πως «δεν πρόκειται να συγκυβερνήσω με τα συμφέροντα». Αυτά όμως δεν ακούγονται, δεν παίζονται από πουθενά. Σαμποτάρονται.
Γιατί αρχηγέ δεν χρηματοδοτείς και τώρα για μας ...; μια «Αυριανή» ; Γιατί αρχηγέ δεν γίνεσαι φτηνός λαϊκιστής αφού έτσι μάθαμε κι έτσι θέλουμε ; Γιατί αρχηγέ λες πως μας θέλεις όλους μαζί να αυτό-οργανωθούμε και να βγάλουμε την άκρη ; Μπορούμε ;
Δεν αισχύνεσαι να θες να εντάξεις στην όμορφα δομημένη συντεχνία -κοινωνική και κομματική- απόψεις για συμμετοχή ;
Γιατί το κάνεις αυτό σε εμάς ; Σε εμάς που το κόμμα σου μας έμαθε κι αυτό μαζί με τα άλλα πως πρέπει να είμαστε απέναντι και να συγκρουόμαστε ; Σε λίγο θα μας πεις αρχηγέ πως θες και τον νεοδημοκράτη πολίτη και τον κομμουνιστή πολίτη και τον οποιοδήποτε πολίτη να εκφέρει άποψη μέσα στο κόμμα. Ντροπή σου αρχηγέ.
Το κράτος πρέπει να είναι κράτος δεξιών σήμερα, κράτος πασόκων αύριο, κάποιων άλλων μεθαύριο. Η Ελλάδα πρέπει να είναι μισερή συνέχεια με όψη γηπέδου γεμάτο από χουλιγκάνια σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να αποδείξουν ποιοι είναι λιγότερο κλέφτες.
Γιατί ρε αρχηγέ μας λες για συμμετοχή ; Γιατί μας λες να πάρουμε τις αποφάσεις στα χέρια μας; Τι είσαι ρε, κομμουνιστής, πρεζόνι, αναρχικός, κουκουλοφόρος ;
Πας να ξεκολλήσεις τον Νεοέλληνα από τον καναπέ και να του πεις πως αυτό το σύστημα δεν πάει άλλο κι αν δεν ξεκουνήσει καλό δεν πρόκειται να δει ; Και όλους αυτούς που τρώμε από αυτό το σύστημα δεν μας σκέφτεσαι ; Τον πολίτη άσ' τον, θα του πούμε πως θα του πάρουμε την κόρη στην δουλεία να μας ξαναψηφίσει στις επόμενες εκλογές. Ποια συμμετοχή περιμένεις από ανάπηρους ;
Κι εγώ ο άθλιος σαλταρισμένος νεόκοπος γιατί σε πιστεύω ;
Απο που αντλώ το σθένος να λέω η μόνη διαφορά του ως τώρα οργανωμένου κινήματος μας από τα άλλα είναι πως μας πήρε 30 χρόνια να παρακμάσουμε ενώ οι άλλοι ήρθαν έτοιμοι.
Γιατί κάθομαι και λέω πως οι ως πρότινος άγνωστοι στον θυρωρό της πολυκατοικίας τους καρδαμωμένοι πλέον εξουσιαστές θεωρούν πως η συγκυριακή τους ενασχόληση και ανάδειξη μέσα στο πολιτικό γίγνεσθαι μέσα από κουμπαριές και συμφωνίες αποτελεί δικαίωμα κυριαρχίας τους στον χώρο και δεν τον αφήνουν να ανασάνει;
Γιατί να είμαι το άγριο που ήρθε να διώξει τα ήμερα ; Γιατί να προσπαθώ για αυτό το «άλλο» και το «νέο» -σε ύφος, ήθος και προτάσεις- σε μια ομάδα ανθρώπων που μου δες τι μου έχει αφήσει προίκα ...; να μιλώ με συνανθρώπους που έχουν χάσει την πίστη τους και λένε «όλοι ίδιοι είστε».
Γιατί δεν κάθομαι και εγώ χαλαρά και ήρεμα να ζεσταθώ από τις φωτιές της φυλακής και της κόλασης τους που ονομάζουν κοινωνία προσβάλλοντας ως και αυτή την ετυμολογία της λέξης ...;.;
Λέγοντας «κόλαση» μου ήρθε πάλι στο μυαλό μια ιστορία, άναρχα διακόπτω και την παραθέτω.
Πήγε ο πιτσιρικάς στην θρησκευτικό του στο σχολείο και ρώτησε : «Κυρία αν πάει μια μητέρα στον παράδεισο και ο γιος της στην κόλαση τότε ποιος ο παράδεισος της μάνας χωρίς το παιδί της μαζί ;»
Ευτυχώς η θρησκευτικού πήρε το πτυχίο επειδή της άρεσε και το ήθελε και όχι λόγω ατυχούς επαγγελματικού προσανατολισμού. Εντόπισε πως ο πιτσιρικάς εντόπιζε το θέμα με τα θέλω μου, τα έχω μου, και όλα τα σε «μου» και του το πήγε αλλιώς.
«Κάποτε» του είπε, «σε κάποιον που πέθανε του δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφτεί και την κόλαση και τον παράδεισο ώστε να αποφασίσει για το που θέλει να πάει. Πηγαίνοντας στην κόλαση είδε τους πάντες μαζεμένους γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο με όλα όσα μπορεί να ζητήσει ανθρώπου νους. Μόνο που τα χέρια των ανθρώπων ήταν τόσο, μα τόσο μακριά που δεν μπορούσαν να τα φέρουν στο στόμα τους και να τα γευτούν.
Πηγαίνοντας στον παράδεισο είδε ακριβώς το ίδιο πράγμα !
-Πλάκα μου κάνετε ρε παιδιά ; Αναφώνησε εδώ συμβαίνει το ίδιο πράγμα Παράδεισος και Κόλαση είναι ακριβώς το ίδιο ...;.. γεμάτο το τραπέζι καλούδια και κανείς δεν μπορεί να τα πιάσει και να τα φάει.
Όχι του είπε αυτός που τον συνόδευε. Στον Παράδεισο οι άνθρωποι έχουν βρει την απλή πατέντα να ταΐζει ο ένας τον άλλον» ...;
Καλημέρα σας....
Και παρακαλώ την επόμενη φορά τα χτυπήματα ντιρέκτ μπας και μου σπάσει κάνα δάχτυλο και δεν μπορώ να πατήσω τα πλήκτρα να γράψω. Ούτε με φίλους που εννοούν την πολιτική όπως τους την έμαθαν, την διαχωρίζουν από την φιλία και εννοούν την ενότητα με την διατήρηση του σάπιου που μεταφράστηκε σε 38%, ούτε από σχολιάκια που έτυχε να εγκριθούν από τις πρωινές αναφορές των αφεντικών σας.
Δυο ρήσεις προς κάθε ενδιαφερόμενο και κλείνω. «Ελεύθερος είναι αυτός που δεν έχει πλέον να χάσει τίποτα» τραγούδησε κάποτε η Joplin και πριν δυο μήνες ο Π. Κοροβέσης έκλεισε την συνέντευξη του σε μια τηλεοπτική εκπομπή με αυτό εδώ ...; «Εμένα δεν θα με γα..σετε. Να με σκοτώσετε ναι, ...; να με γα..σετε όχι»
Θόδωρος Καραγιάννης.
Θεοδωρος Καραγιάννης
Παρακαλώ αφήστε το σχόλιο σας εδώ